lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πλαγιά

Λεξικό: αγγλικά πλαγιά
Μεταφράσεις: bank, batter, downhill, grade, gradient, inclination, incline, pitch, posture, slant, slope, tilt, declivity, descent, obliquity, ramp, versant, aptitude, aptness, attraction, bent, bias, disposition, inflexion, leaning, mind, penchant, predisposition, proclivity, propensity, tendency, trend, vein, abatement, blip, decelerate, decline, decrease, dip, downgrade, downturn, drop, estate, fall, heirloom, heritage, inheritance, legacy, lower, shortfall, succession, brae, hillside, hill-side, mountainside
πλαγιά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: inklinace, klopení, nachýlení, náchylnost, náklon, naklonění, šikmost, sklon, sklonění, spád, úklon, zešikmení, klesání, sestup, sjezd, stráň, svah, chuť, kouzlo, náklonnost, nálada, predispozice, přitažlivost, půvab, rozmístění, uspořádání, záliba, dědění, dědičnost, dědictví, dopad, následnictví, následnost, nástupnictví, odkaz, pád, pokles, posloupnost, postup, pozůstalost, sled, snížení, úbytek, vodopád, zřícení, břeh, úbočí
πλαγιά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abhang, hang, neigung, steigung, abfall, gefälle, geneigtheit, anlage, anziehungskraft, leidenschaft, stimmung, tendenz, trend, trieb, veranlagung, abnahme, absturz, aufeinanderfolge, erbe, erbschaft, fall, nachlass, rückfahrkarte, rückgang, sturz, böschung, lehne
πλαγιά στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hældning, skråning, skråplan, luftning, nedoverbakke, skrænt, stigning, dragning, drift, hang, lyst, mode, tendens, tilbøjelighed, arv, fald, følge, nedgang, li
πλαγιά στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cuesta, declive, inclinación, pendiente, bajada, declinación, descenso, repecho, subida, afición, disposición, predilección, proclividad, propensión, tendencia, caída, decrecimiento, herencia, legado, mengua, menguante, patrimonio, sucesión, escarpa, falda, ladera
πλαγιά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: inclinaison, inclination, obliquité, plongement, coteau, déclivité, descente, dévers, dévoiement, glacis, pente, talus, versant, affection, appétit, attrait, disposition, penchant, prédisposition, propension, récidivité, tendance, vocation, baisse, chute, hérédité, héritage, hoirie, hypotension, succession, calade, côte, escarpe, flanc, contrefort
πλαγιά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: inclinazione, calata, china, declivio, discesa, pendenza, pendice, pendio, attrattiva, fascino, genio, predisposizione, tendenza, trend, caduta, calo, diminuzione, eredità, retaggio, ribasso, successione, fianco, versante
πλαγιά στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: helling, skråning, skråplan, lutning, nedoverbakke, skrent, stigning, begivenhet, dragning, drift, hang, lyst, tendens, tilbøyelighet, arv, fall, følge, minska, nedgang, prisfall, tilbakegang, li
πλαγιά στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: наклон, склон, уклон, косогор, покатость, скат, наклонность, подверженность, склонность, тенденция, наследие, наследственность, наследство, падение, перепад, последовательность, спад, спуск, откос
πλαγιά στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: skråplan, helling, lutning, skränt, stigning, begivenhet, benägenhet, böjelse, dragning, förkärlek, håg, hang, lyst, påbrå, predestination, tendens, arv, minska, nedgång, slänt
πλαγιά στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: наклон, тенденция, наследство, склон
πλαγιά στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: gradient, kallak, kalduvus, kosk, kukkumine, langemine, pärand, pärilikkus
πλαγιά στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kallistuma, kallistuminen, kaltevuus, viettävyys, rinne, houkutin, taipumus, tendenssi, viehätys, viehätysvoima, alamäki, aleneminen, jono, perintö
πλαγιά στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: padina
πλαγιά στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: esés, leereszkedés, intézkedés, csökkenés, hagyaték, hanyatlás, örökség, hegyoldal, lejtő, oldal
πλαγιά στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nuolydis, nuožulnumas, šlaitas, kryptis, polinkis, tendencija, palikimas, paveldas
πλαγιά στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: declive, inclinação, ladeira, encosta, rampa, subida, vertente, disposição, dispositiva, encesta, prolixidade, tendência, caída, descendo, herança, heresia, legado, queda, sucessiva, falda, ladear
πλαγιά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: sklon, pokles
πλαγιά στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: скат, висота, кидати, кидок, кинути, нахил, падіння, розташовувати, розташувати, спадистість, схил, апетит, безсилля, вена, відповідальність, диспозиція, жила, займатися, звичка, здатність, здібність, натура, нюх, підлягання, покликання, потяг, похилений, пристрасть, розміщення, розпорядження, складка, слабість, слабкість, смак, схильність, тенденція, частувати, вниз, внизу, водовід, втеча, додолу, донизу, наниз, осушення, спадковість, спадок, спадщина, спадщину, спіштеся, спуск, спускання, униз, успадкування, бік, луска, плече, фланг
πλαγιά στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nachylenie, pochyłość, skłonność, spadek, stok, zbocze
πλαγιά στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shpat, zbritje, prirje, trashëgimi
πλαγιά στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пакатасць, нахіл, спадчына, спуск, бераг, адхон, схіл
πλαγιά στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atracţie, cădere, reducere, pantă
πλαγιά στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

πλαγιά ορισμος, πλαγιά βουνού, πλαγιά αιτωλοακαρνανίας, πλαγιά κιλκίσ, πλαγιά λέσβου, πλαγιά κονίτσης, πλαγιά λεξικό, πλαγιά πλωμαρίου, πλαγιά του βουνού, παλιά πλαγιά