lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πλήθος

Λεξικό: αγγλικά πλήθος
Μεταφράσεις: horde, host, swarm, throng, crowd, squeeze, multitude, plurality, set, aggregate, deal, flood, heap, mass, plenty, cram, hustle, jam, piston, press, squash, concourse, flock, mob, populace, shoal
πλήθος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dav, hromada, množství, zástup, mnohost, hmota, kupa, masa, spousta, mela, nával, píst, sběh, tlačenice, roj
πλήθος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gedränge, heer, menge, schar, schwarm, gewimmel, menschenmenge, vielzahl, haufen, masse, unmenge, unwürdigkeit, vielseitigkeiten, drang, gewühl, kolben, menschenmasse
πλήθος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: mængde, opløb, pluralitet, bunke, dynge, fylde, masse, mened, mylder, størrelse, sværm, skare, stempel, ansamling, hop
πλήθος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: enjambre, muchedumbre, multitud, turba, pluralidad, cúmulo, montón, muchísimo, gentío, afluencia, apretura, aprieto, émbolo, pistón, hato
πλήθος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: foule, régiment, cohue, tourbe, multiplicité, multitude, bloc, énormément, infinité, masse, quantité, tapée, tas, affluence, fusil, piston, refouloir, essaim, populo
πλήθος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: stuolo, torma, calca, folla, turba, massa, moltitudine, pluralità, ammasso, catasta, cumulo, mole, mucchio, piena, quantità, pistone, ressa, stantuffo
πλήθος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: mengde, pluralitet, bunke, fylde, masse, mengd, mylder, sverm, skare, pistong, stempel, trengsel, ansamling, flokk, gjeng, hop, mobb
πλήθος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: полчище, толпа, туча, множество, груда, куча, рейх, давка, поршень, глуши, орава, сонм, туши
πλήθος στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: parvi, tungos, joukko, kasa, keko, läjä, pino, hyörinä, mäntä, ihmisjoukko, lauma, liuta
πλήθος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: raj, halmaz, tömeg, mennyiség, nagyon, dugattyú, tolongás, néptömeg, sokaság
πλήθος στα ουγγρική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chmara, ciżba, mnogość, mnóstwo, rzesza, tłok, tłum
πλήθος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гурт, натоўп, безліч, шмат
πλήθος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: gužva
πλήθος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: daugybė, minia, krūva, rietuvė, šūsnis, stūmoklis
πλήθος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acervo, multidão, multita, pila, pilha, populacho, turba, acumulais, cúmulo, rosário, ruma, chusma, montão, embolo, pistão
πλήθος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безліч, виводок, виховати, виховувати, гармидер, господар, готувати, гуманність, гурт, жарт, збирання, збиратися, збір, зграя, інкасація, колекція, множина, натовп, поїзд, поразка, послідовність, поштовх, приголомшити, приголомшувати, пушинка, рій, роздумувати, розплющити, розплющувати, струс, табун, тренувати, удар, хабар, хазяїн, шок, шокувати, юрба, юрбитися, юрма, армія, більшість, військо, гірський, гора, дзьобати, достаток, легіон, лот, маса, масовий, множинність, множину, океан, пліт, плюралізм, пором, різновид, різноманітність, розмаїтість, сумісництво, численність, людство, маршрут
πλήθος στα ουκρανικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: pluralitet, mängd, svärm, skare, pistong, ansamling, folkmängd, hop, menade, mobb
πλήθος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: множество, бутало, тълпа
πλήθος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: morman
πλήθος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: veľa, piest
πλήθος στα σλοβακική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kolb
πλήθος στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

πλήθος κλίση, πλήθος συνώνυμα, πλήθος πιστωτικών τιμολογίων παρακρατήσεων, πλήθος τούρκων στην κωνσταντινούπολη τα βάζουν με έλληνα, πλήθος τούρκων στην κωνσταντινούπολη τα βάζουν με έλληνα ο οποίος τύγχανε να είναι μποξέρ, πλήθος ομορριζα, πλήθος προσόψεων, πλήθος english