lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πιέζω

Λεξικό: αγγλικά πιέζω
Μεταφράσεις: depress, press, pressurize, push, screw, stress
πιέζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: lisovat, nutit, přimáčknout, přitisknout, přitlačit, sevřít, stisknout, stísnit, stlačit, tisknout, tísnit, tlačit, urgovat, vylisovat, zatlačit
πιέζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: drücken
πιέζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: presse, trykke
πιέζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apretar, empujar, forzar, oprimir, presionar, pulsar
πιέζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appuyer, presser, serrer
πιέζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: calcare, incalzare, pigiare, premere, pressare, schiacciare, sollecitare, spingere, stringere, urgere
πιέζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: presse, trå, trenge, trykka, trykke
πιέζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: давить, жать, надавливать, нажимать
πιέζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: trycka
πιέζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: націскаць
πιέζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: suruma
πιέζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahdistaa, puristaa, tiukata
πιέζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: nyomást, nyomni
πιέζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apertar, comprimir, espremer, oprimir, prensar, pulsar, recalcar
πιέζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: варення, випрасувати, давити, давка, джем, затискати, затиснути, надавити, натискати, натиснути, прасувати, прес, преса, придушення, стискати, стискувати, стиснути, тиснути, топтання, чавити
πιέζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: naciskać
πιέζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πιέζω συνώνυμα, πιέζω στα αγγλικά, πιέζω τον εαυτό μου