lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πιάτο

Λεξικό: αγγλικά πιάτο
Μεταφράσεις: course, dish, plat, bowl, bedpan, crockery, pot, receptacle, stockpot, utensil, vessel, fare, plate, platter, cymbal, plateful
πιάτο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chod, jídlo, mísa, pokrm, miska, hrnec, konvice, loď, náčiní, nádoba, nádobí, nádrž, nářadí, talíř
πιάτο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: platte, schüssel, speise, becken, behälter, gefäß, gerät, geschirr, kanne, schiff, topf, wasserfahrzeug, gericht, telex, teller
πιάτο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fad, fat, tallerken, beholder, gryde, kande, kar, potte, skib, skip, spise, suppetallerken
πιάτο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: plato, misa, barco, buque, embarcación, recipiente, utensilio, vajilla, vasija, vaso, manjar, fuente
πιάτο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aplat, mets, plat, repas, jatte, dévase, pot, récipient, ustensile, vaisseau, vaisselle, vase, matelote, platée, ravier, assiette
πιάτο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: piatto, pietanza, portata, vivanda, ciotola, barattolo, contenitore, recipiente, stoviglia, vascello, vaso
πιάτο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fat, rett, rytt, tallerken, beholder, kanne, kar, potte, skip, skuta, spise, kalott, suppetallerken, tallrik
πιάτο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: блюдо, кушанье, миска, вместилище, горшок, посуда, сосуд, тарелка
πιάτο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: rätt, rett, fartyg, kar, kärl, skuta, anrättning, fat, karott, tallrik
πιάτο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjellë
πιάτο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: блюдо
πιάτο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: блюдо, ваза, гаршчок, пасудзіна, ежа, страва, талерка
πιάτο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: roog, kauss, nõu, pott, taldrik
πιάτο στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: jelo, zdjela, brod, lonac, posuđe, tanjur
πιάτο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fogás, edény, fazék, étel, táplálék, tál, tányér
πιάτο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: indas, laivas, puodas, lėkštė
πιάτο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: prato, travessa, planto, barco, embarcadiço, panela, parto, pote, recipiente, vasilha, vaso, guiso, manjar, vianda
πιάτο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: krožnik
πιάτο στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: блюдо, посуд, безлад, безладдя, зіпсувати, каша, мішанина, нелад, псувати, розгардіяш, страва, страву, тарілка
πιάτο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: danie, misa, naczynie, potrawa, półmisek, talerz
πιάτο στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kulho, malja, vati, astia, laiva, purkki, ruukku, suoni, laakea, lautanen
πιάτο στα φινλανδικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: miska, potravín
πιάτο στα σλοβακική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: vas, farfurie
πιάτο στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

πιάτο της βούλας, πιάτο ψυρρή, πιάτο χαλκιδα, πιάτο φασολάδα θερμίδες, πιάτο ημέρασ, πιάτο ονειροκρίτης, πιάτο nova, πιάτο μεζεδοπωλείο, πιάτο τυριών, πιάτο υγιεινής διατροφής