lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πιάνω

Λεξικό: αγγλικά πιάνω
Μεταφράσεις: clutch, fasten, fumble, grasp, snap, captivate, catch, clasp, clung, comprehend, grab, grapple, grasped, gripe, hold, seize, snatch, tong, nab, entrap, formulate, grip, ensnare, nail, noose, trammel
πιάνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chápat, chňapat, chňapnout, chytat, chytit, lapat, pochopit, pochytit, popadnout, uchopit, čapnout, chvat, chycení, chyt, dohonit, dostat, držet, kořist, lapit, mít, nachytat, podržet, polapení, polapit, přidržet, přistihnout, stihnout, úchop, uchopení, uchvácení, uchvátit, udržovat, ukořistit, úlovek, upoutat, vzít, zachycovat, zachytit, zadržet, zajmout, zasáhnout, zatknout, zaujmout, načapat, dobýt, dohánět, zastihnout, sebrat, ulovit
πιάνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angegriffen, greifen, packen, anfassen, anpacken, auffangen, eingefangen, erfassen, erwischen, fangen, fassen, halten, schnappen, zugreifen, ertappen, abfassen, aufgegriffen, aufgreifen, ergreifen, festnehmen, gefangen, abfangen, haschen
πιάνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: flakke, gribe, nappe, opsnappe, snappe, begrine, bevare, få, fange, fangst, fatte, holde, grape, klamre
πιάνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asir, coger, empuñar, sujetar, aferrar, agarrar, apañar, aprehender, captar, capturar, cautivar, embargar, incautarse, prender, regentar, trabar, atrapar, contraer, liebre, pillar, pescar
πιάνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attraper, empoigner, gripper, happer, harper, prendre, saisir, appréhender, captiver, capturer, clamper, harponner, quotter, tenir, surprendre, prend, séduire, coincer, joindre, paumer, pincer, rattraper, tomber, crocher, pêcher
πιάνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: acciuffare, adunghiare, afferrare, aggrapparsi, agguantare, ghermire, impugnare, prendere, accalappiare, acchiappare, catturare, cogliere, mantenere, presa, ritenere, sequestrare, tenere, avvincere, colpire, beccare, incastrare, pigliare, uncinare
πιάνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begripe, fakke, gripe, nappe, oppfange, oppsnappe, snappa, snappe, fange, fangst, fatte, holde, ta, fatt, nafsa, pågripe, bemektiga, klamre, fenge
πιάνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: схватить, захватывать, конфисковать, ловить, схватывать, улавливать, ухватывать, хватать, застать, взять, подловить, поймать, словить
πιάνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: snappa, ertappa, fasttaga, nafsa, bemäktiga, gripa, fånga
πιάνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kap, mbaj, rrëmbej
πιάνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: узяць, трымаць, схапіць, схваціць, злавіць, лавіць
πιάνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tarttua, napata, ote, pitää, pysyttää, pyydystää, saalis, siepata, tavoittaa, vallata, valloittaa, ottaa
πιάνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megkapaszkodik, megfog, elfogni, megfogni, megragadni, elfog, elkap, elkapni, fogni
πιάνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agarrar, coser, tomar, aferrar, apanhar, aparar, aprisionar, capturar, embargar, manter, prender, rebentar, segurar, apertar, apresar, atrasar, pegar, pescar
πιάνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chwycić, chwytać, przydybać, schwytać, ująć, złapać, łapać
πιάνω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: držati
πιάνω στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: captura, prinde
πιάνω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вхопити, затискати, затискувати, затиснути, захопити, захоплювати, оволодіти, стискати, стискувати, схопити, схопіть, хапати, зарубка, підкупити, піймати, спіймайте, спіймати, ловити, плутанина
πιάνω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

πιάνω φωτιά, πιάνω φωτιά στίχοι, πιάνω στα πράσα, πιάνω εξ απήνης, πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα, πιάνω συνώνυμα, πιάνω χρυσάφι και γινεται χωμα, πιάνω τον μάη, πιάνω πάτο, πιάνω χρυσάφι και γίνεται χώμα lyrics