lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πηδώ

Λεξικό: αγγλικά πηδώ
Μεταφράσεις: bob, bounce, gambol, hop, jounce, jump, skip, skyrocket, leap, leapt, overleap, spring, bound, sprung
πηδώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: naskočit, odskočit, poskakovat, přeskočit, skákat, vyletět, vynechat, vyskočit, vyskakovat
πηδώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufspringen, hopsen, hüpfen, springen, überspringen
πηδώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hoppe, springe
πηδώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: brincar, saltar, saltarse, arrojar
πηδώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bondir, cabrioler, caracoler, fringuer, gambader, sauter, sautiller, soubresauter, escalader, franchir, gambiller
πηδώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: balzare, saltare, saltellare, scavalcare
πηδώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hoppa, hoppe, skumpa, springe, skutta, kila
πηδώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: запрыгать, подпрыгивать, подскакивать, прыгать, перепрыгнуть, перескочить, скакать, сигать, впрыгнуть, прыгнуть
πηδώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hoppa, skumpa, skutta, kila
πηδώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: hidhem, kërcej
πηδώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: падскакваць, скакаць, пераскочыць, імчацца
πηδώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kargama
πηδώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: harpata, hyppiä
πηδώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felugrani, ugrál, ugrálni, szökdel, ugrani, ugrik
πηδώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pašokti
πηδώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: brincar, pular, saltar, cavalgar, retomar, saltares
πηδώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: skočiti
πηδώ στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гиря, підскакувати, скочити, стрибати, стрибнути, стрибок, перескочити, весна, джерело, криниця, межа, обмеження, обмежити, обмежувати, плигати, пропускати, пропустити, пружина, скакати, скакнути, скачучи, склепіння
πηδώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: podskakiwać, przeskoczyć, skakać, skoczyć
πηδώ στα πολωνική »