lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πηδάλιο

Λεξικό: αγγλικά πηδάλιο
Μεταφράσεις: helm, rudder, wheel
πηδάλιο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kormidlo
πηδάλιο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ruder, steuer
πηδάλιο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: rat, roder, ror, styre
πηδάλιο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: rienda, timón
πηδάλιο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: gouvernail, rêne, stère, timon
πηδάλιο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: timone
πηδάλιο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ratt, roder, ror, styre
πηδάλιο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: руль, штурвал
πηδάλιο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: roder, ror
πηδάλιο στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: руль, стырно, штурвал
πηδάλιο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tüür
πηδάλιο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: peräsin, ruori
πηδάλιο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kormilo
πηδάλιο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kormánylapát
πηδάλιο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: vairas
πηδάλιο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: leme, timos
πηδάλιο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кермо, руль, стерно, штурвал
πηδάλιο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ster
πηδάλιο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πηδάλιο πλοίου, πηδάλιο της εκκλησίας, πηδάλιο αλεξανδρούπολη, πηδάλιο pdf, πηδάλιο εκκλησίας, πηδάλιο κανών θ, πηδάλιο αεροπλάνου, πηδάλιο ορισμός, ιερό πηδάλιο, πρυμναίο πηδάλιο