lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πετρέλαιο

Λεξικό: αγγλικά πετρέλαιο
Μεταφράσεις: kerosene, oil, petroleum, oilier, attar, naphtha, pus
πετρέλαιο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nafta, petrolej, ropa, olej, hnis
πετρέλαιο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erdöl, kerosin, öl, petroleum, rohöl, ölig, eiter
πετρέλαιο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fotogen, nafta, petroleum, råolie, olie, materie, var
πετρέλαιο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aceite, petróleo, queroseno, óleo, humor, materia, nafta, pus
πετρέλαιο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: kérosène, naphte, pétrole, huilage, huile, essence, chassie, pus, sanie
πετρέλαιο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cherosene, nafta, petrolio, olio, pus
πετρέλαιο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fotogen, nafta, olja, parafin, petroleum, olje, materie, puss, var, verk
πετρέλαιο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: керосин, нефть, петролеум, масло, масляный, гной
πετρέλαιο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fotogen, nafta, olja, petroleum, materie, puss, var
πετρέλαιο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: керосин, нефт, петрол, масло, гной
πετρέλαιο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: газа, масла, гной, нафта
πετρέλαιο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nafta, petrooleum, õli
πετρέλαιο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: öljy, paloöljy, petroli, märkä, visva
πετρέλαιο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nafta
πετρέλαιο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kőolaj, olaj, petróleum, ásványolaj, nyersolaj
πετρέλαιο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nafta, žibalas, aliejus, alyva
πετρέλαιο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aceite, petróleo, querosene, óleo, unto, nafta, pus
πετρέλαιο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: nafta
πετρέλαιο στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: petrolej, olej
πετρέλαιο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гас, гасовий, керосин, керосиновий, нафта, парафін, масло, олію, олія, гній, зміст, матеріал, матерія, нафту, питання, речовина, справа
πετρέλαιο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nafta, olej, olejek, olejny, ropa
πετρέλαιο στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vaj
πετρέλαιο στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

πετρέλαιο θέρμανσης επίδομα, πετρέλαιο θέρμανσης εκο, πετρέλαιο θέρμανσης 2014, πετρέλαιο θέρμανσης bp, πετρέλαιο brent, πετρέλαιο στην ελλάδα, πετρέλαιο θέρμανσης τιμες, πετρέλαιο κίνησης τιμές, πετρέλαιο κίνησης, πετρέλαιο ή βενζίνη