lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περπατώ

Λεξικό: αγγλικά περπατώ
Μεταφράσεις: attend, come, date, descend, go, hike, walk, follow, retire, sashay, stride, trip, clump, pace, stalk, step, strode, tread, trod, cross, devolve, pass, through, traverse, undergo, verge, verges
περπατώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chodit, chůze, dělat, jezdit, jít, klesat, kráčet, plout, postupovat, přejít, procházet, sejít, sestoupit, sestupovat, sjet, udělat, uplynout, zemřít, následovat, sledovat, našlapovat, šlapat, minout, plynout, podat, pominout, postoupit, přecházet, předat, přejet, překračovat, překročit, přeskočit, přestoupit, proběhnout, projít, prožít, schválit, složit, strávit, zapsat, zkřížit
περπατώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gehen, hingehen, laufen, mit, abgehen, ausscheiden, draufgehen, folgen, kommen, mitkommen, nachgehen, nachkommen, weggehen, ziehen, auftreten, aufziehen, einhergehen, gestiefelt, schreiten, treten, wandeln, begehen, durchdringen, durchgehen, durchkommen, durchziehen, passieren, übergeben, überlaufen, übersteigen, verbringen, vergehen, vorbeiwehen
περπατώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fare, gå, marchere, følge, skride, tre, overgå, passere, undergå
περπατώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acudir, andar, bajar, caminar, descender, funcionar, ir, marchar, seguir, atravesar, cruzar, ocurrir, pasar, recorrer, sobrepasar, transcurrir, transitar, traspasar
περπατώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aller, franchi, marcher, passer, bicher, cheminer, côtoyer, longer, remonter, arpenter, enjamber, repasser, surpasser, traverser
περπατώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: andare, camminare, funzionare, seguire, procedere, attraversare, passare, superare, varcare
περπατώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gå, kjøre, følge, resa, skri, skride, stega, tre, gjennomgå, overgå, passere, undergå
περπατώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ходить, следовать, ступать, шагать, шествовать, переходить, проходить
περπατώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gå, bekomma, resa, skrida, stega, tre, övergå, undergå
περπατώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: eci, vete, zbres, ndjek, shkoj, kaloj
περπατώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адхазiць, пускаць, хадзiць, абхадзіць, пераходзіць
περπατώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: minema, jälgima, astuma
περπατώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alentua, aleta, joutua, kävellä, käydä, kulkea, laskeutua, marssia, viettää, astella, astua, seurata
περπατώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: hodati, ići, silaziti, slijediti
περπατώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: járkál, járkálni, járni, menni, lépkedni, lépni, átmegy
περπατώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: eiti, vaikščioti, sekti
περπατώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acudir, andar, caminhar, descender, descer, funcionar, ir, marchar, vagar, acompanhar, seguir, suceder, atravessar, cruzar, passar
περπατώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: merge, umbla
περπατώ στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: hoditi, iti, slediti
περπατώ στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виховати, виховувати, відвідати, відвідувати, заохотити, заохотьте, заохочувати, ходити, виходити, відбуватися, відбутися, відновити, відновлювати, далі, діяти, діятися, переходити, поновити, поновлювати, поновляти, продовжтеся, продовжувати, просуватися, спускатися, спуститися, спустіться, чинитися
περπατώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chodzić, iść, kroczyć, przechodzić
περπατώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

περπατώ εις το δάσος, περπατώ στο δάσος, περπατώ περπατώ μεσ την πολη, περπατώ περπατώ μες το δασος zouzounia, περπατώ περπατώ εισ το δάσοσ όταν ο λύκοσ δεν είναι εδώ, περπατώ περπατώ μες το δασος, περπατώ με ασφάλεια