lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περπατησιά

Λεξικό: αγγλικά περπατησιά
Μεταφράσεις: gait, motion, pace, stalk, tread, walk, walking, crotch, footfall, footstep, pas, step, stride
περπατησιά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cesta, chod, chození, chůze, krok, pochod, procházka, rychlost, schod, opatření, stupeň, zákrok
περπατησιά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gang, gangart, stufe, tritt, schritt, vorkaufsrecht
περπατησιά στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gang, trin, tur, drag, skridt, steg, trappe
περπατησιά στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: andadura, andares, escalón, marcha, paso, pisada, zancada
περπατησιά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: allure, arrachement, démarche, marche, tour, trać, train, enjambée, pas
περπατησιά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: andamento, andatura, camminata, marcia, passo, portamento, scalino
περπατησιά στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gang, tritt, drag, fottrinn, skritt, steg, trappetrinn, trinn
περπατησιά στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: поступь, походка, ступенька, ход, шаг
περπατησιά στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gång, åtgärd, drag, skritt, steg
περπατησιά στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: движение, походка
περπατησιά στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: паходка, стопень, шаг
περπατησιά στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kõnnak, samm
περπατησιά στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: askelma, astunta, käynti, kulku, askel, toimenpide
περπατησιά στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: hod, korak
περπατησιά στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: séta, lépés
περπατησιά στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: eisena, žingsnis
περπατησιά στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: andar, escalou, paço, passo, pisada
περπατησιά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: mers, plimbare
περπατησιά στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: крок, крокувати, прогулянка, простувати, прямувати, темп, хода, шаг
περπατησιά στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chód, krok
περπατησιά στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: hap
περπατησιά στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: krok
περπατησιά στα σλοβακική »