lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περνώ

Λεξικό: αγγλικά περνώ
Μεταφράσεις: cross, devolve, pass, retire, through, traverse, undergo, verge, verges, walk, contravene, exceed, expire, overdo, overdraw, overpass, override, overstep, step, stride, surpass, transcend, transgress, miss, percolate, permeate, transmit, beguile, spend, spent
περνώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chodit, jít, kráčet, minout, plynout, podat, pominout, postoupit, přecházet, předat, přejet, přejít, překračovat, překročit, přeskočit, přestoupit, proběhnout, procházet, projít, prožít, schválit, složit, strávit, uplynout, zapsat, zemřít, zkřížit, porušit, porušovat, přečnívat, předčit, předstihnout, přejíždět, překonat, překonávat, přesáhnout, přesahovat, převýšit, převyšovat, cedit, přenášet, trávit
περνώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begehen, durchdringen, durchgehen, durchkommen, durchziehen, gehen, laufen, passieren, übergeben, überlaufen, übersteigen, verbringen, vergehen, vorbeiwehen, überschreiten, übertreffen, verstoßen, durchgelassen, durchlassen, verpassen, versäumen, vorbeilassen, vorlassen
περνώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gå, marchere, overgå, passere, undergå, overstige, anvende, fordrive, tilbringe
περνώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: andar, atravesar, caminar, cruzar, ocurrir, pasar, recorrer, sobrepasar, transcurrir, transitar, traspasar, adelantar, exceder, infringir, rebasar, sobrepujar, superar, transgredir, derretir
περνώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: enjamber, marcher, passer, repasser, surpasser, traverser, contrevenir, dépasser, enfreindre, excéder, franchi, franchir, outrepasser, transgresser, laisser
περνώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attraversare, passare, superare, varcare, decorrere, eccedere, oltrepassare, sorpassare, trasgredire, trascorrere
περνώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gjennomgå, overgå, passere, undergå, overstige, overtreffe, anvende, fordrive, tilbringe
περνώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: переходить, проходить, нарушать, переступать, перешагивать, преступать, пропускать, проводить, сгонять
περνώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: övergå, undergå, överskrida, läcka, fördriva, tillbringa
περνώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: eci, kaloj
περνώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абхадзіць, пераходзіць, хадзiць
περνώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kävellä, käydä, viettää, ylittää
περνώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: hodati
περνώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: átmegy, áthágni, átlépni, átenged, átereszt, elherdál, elmulaszt, elnéz, elszalaszt, eltékozol, megbocsát, összeterelni
περνώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: eiti, vaikščioti
περνώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: andar, atravessar, caminhar, cruzar, passar, exceder, infringir, superar, suplantar, transgredir, trespassar, ultrapassar
περνώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: hoditi
περνώ στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виходити, відбуватися, відбутися, відновити, відновлювати, далі, діяти, діятися, переходити, поновити, поновлювати, поновляти, продовжтеся, продовжувати, просуватися, спускатися, спуститися, спустіться, чинитися
περνώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przechodzić, przekraczać, przepuszczać, spędzać
περνώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

περνώ βικιλεξικο, περνώ την ευθύνη, περνώ οικογενεια λεξεων, περνώ ρήμα, περνώ διαβαίνω σύνθετη λέξη, περνώ λεξικο, περνώ συνώνυμα, περνώ παίρνω, περνώ και μόνη μου καλά, περνώ και μόνη μου καλά στίχοι