lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περιπλέκω

Λεξικό: αγγλικά περιπλέκω
Μεταφράσεις: compliant, complicate, complicated, confuse, entangle, tangle, involve, knot, implicate, muddle, ravel, twist
περιπλέκω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: komplikovat, mást, plést, poplést, splést, zamotat, zaplést, zmást, motat, ovinout, zakroutit, zašmodrchat, zmotat
περιπλέκω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: komplizieren, verwirren, verflechten
περιπλέκω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forvirre
περιπλέκω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: complicar, confundir, enmarañar, enredar, intrincar, embrollar, liar
περιπλέκω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compliquer, confondre, embarrasser, embrouiller, enchevêtrer, tripoter, emmêler, entortiller, mêler
περιπλέκω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: complicare, confondere, complicarsi
περιπλέκω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forvirre, komplisere
περιπλέκω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: запутать, запутывать, осложнять, усложнять, осложнить, усложнить
περιπλέκω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: invecklad, komplicera
περιπλέκω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hämätä, hämmentää, mutkistaa, sekaannuttaa, sotkea, vaikeuttaa
περιπλέκω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atrapalhar, complicar, confundir, enredar, perturbar, intricar
περιπλέκω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gmatwać, komplikować, skomplikować, wikłać
περιπλέκω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ускладняць
περιπλέκω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: komplikovať
περιπλέκω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ускладнювати
περιπλέκω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

περιπλέκω συνώνυμα