lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περιπατητής

Λεξικό: αγγλικά περιπατητής
Μεταφράσεις: footman, foot-soldier, hiker, infantryman, infantrymen, walker, stroller
περιπατητής στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chodec, pěšák
περιπατητής στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fußgänger, infanterist, spaziergänger
περιπατητής στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fodgænger, flanør
περιπατητής στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: infante, peatón, peón, paseante
περιπατητής στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fantassin, lignard, marcheur, piéton, pioupiou, pousse-cailloux, promeneur
περιπατητής στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fante
περιπατητής στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fotgjenger, flanør
περιπατητής στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пехотинец, пешеход, ходок, гуляющий, прогуливающийся
περιπατητής στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: пехотинец
περιπατητής στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пехацінец
περιπατητής στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jalankulkija, kävelijä
περιπατητής στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pješak
περιπατητής στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pėsčiasis
περιπατητής στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: chodec
περιπατητής στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: піхотинець, слуга, бродяга
περιπατητής στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: piechur, spacerowicz
περιπατητής στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: flanör
περιπατητής στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις