lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περιουσία

Λεξικό: αγγλικά περιουσία
Μεταφράσεις: acquisition, fortune, property, assets, demesne, estate, moneybag, money-bag, patrimony, substance, belonging, belongings, possessions, asset, possession, premise, tenement, adequacy, advisability, attribute, capacity, competence, competency, feature, habit, merit, mode, peculiarity, proper, propriety, quality, way, have, having, own, ownership, proprietary
περιουσία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: akvizice, bohatství, jmění, koupě, majetek, nabytí, opatření, pořízení, přírůstek, vymoženost, zisk, získání, statek, usedlost, vlastnictví, vlastnost, država, držba, držení, atribut, příznak, vlastní, znak, zvláštnost, doména, majetnictví
περιουσία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: errungenschaft, erwerb, erwerbung, vermögen, anwesen, besitz, eigenschaft, eigentum, gut, habe, habseligkeiten, besitztum, besitzung, herrschaft, attribut, beschaffenheit, besonderheit, eigenart, eigenheit, merkmal
περιουσία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: erhvervelse, formue, lykke, bo, bondegård, egenskab, ejendom, gård, gods, jordegods, kvalitet, besiddelse, egen, egenart, karakter, besmittelse
περιουσία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adquisición, caudal, fortuna, patrimonio, bienes, finca, haber, pertenencia, propiedad, bolsa, posesión, heredad, tierra, atributo, cualidad, peculiaridad, virtud
περιουσία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acquisition, fortune, saint-crépin, saint-frusquin, bien, propriété, vaillant, avoir, frusquina, colonie, domaine, non-valeur, possession, attribut, caractéristique, particularité, propre, singularité, chose
περιουσία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: acquisto, apprendimento, fortuna, ventura, bene, fattoria, patrimonio, podere, proprietà, fondo, possesso, tenuta, carattere, caratteristica, peculiarità, proprio
περιουσία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ervervelse, formue, hell, lykke, bo, eiendom, gård, gods, jordegods, kvalitet, besittelse, eie, eierskap, attributt, beskaffenhet, egen, egenart, egenskap, karakter, særdrag, spesialitet, besitta, egendom, eiendel, inneha
περιουσία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: достижение, владение, имущество, достояние, имение, поместье, собственность, особенность, свойство
περιουσία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: följning, bo, förmögenhet, gods, jordegods, formge, beskaffenhet, egenart, egenskap, karaktär, särdrag, tecken, äga, besitta, besittning, egen, egendom, inneha
περιουσία στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: omandamine, kinnisvara, omand, vara
περιουσία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hankinta, hankkiminen, omaisuus, onnetar, osa, rikkaus, laatu, maatila, hallinta, omistus, erikoisuus, merkillisyys, tila
περιουσία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szerzemény, vagyon, vásárlás, birtok, tulajdon, ildomos, jelleg, jellegzetes, sajátság, tulajdonság, saját, tulajdonjog
περιουσία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: turtas, nuosavybė, savybė, požymis
περιουσία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acaso, aquisição, caudal, destino, felicidade, fortuna, presa, sina, sorte, domínio, fazenda, finca, granja, propriedade, qualidade, terras, ienes, pertinência, herdade, possessão, roça, atributo
περιουσία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: achiziţie, proprietate, atribut
περιουσία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: výstup
περιουσία στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dorobek, majątek, mienie, posesja, posiadłość, właściwość, własność
περιουσία στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pronë
περιουσία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: владение, свойство, собственост
περιουσία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: добра, маёмасць, валоданне, асаблівасць, уласнасць
περιουσία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: imanje, osobina
περιουσία στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: власність, володіння, маєток, майно, майновий, перевага, речі, речовина, стаття, субстанція, товар, товари, баронство, витримати, вклад, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, внесок, володіти, галузь, держати, домен, домініон, займання, зберігання, користування, область, окупація, перебування, проведення, провести, проводити, суміщення, сфера, тримати, триматися, утримування, холдинг, від, властивість, делікатес, дзвін, звичай, звичка, особливість, подробиця, про, специфіка, споріднення, фактор, фах, чинник, штрих, якість, мирський, чинність
περιουσία στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

περιουσία της εκκλησίας, περιουσία ωνάση, περιουσία κοντομηνά, περιουσία βουλευτών, περιουσία μοναχών, περιουσία μαρινάκη, περιουσία εκκλησίας ελλάδος, περιουσία βαρδινογιάννη, περιουσία σαββίδη, περιουσία μελισσανίδη