lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περιορισμός

Λεξικό: αγγλικά περιορισμός
Μεταφράσεις: abridgment, border, brake, confinement, constrain, constraint, delimitation, deprivation, limit, limitation, qualification, reserve, restraint, restriction, stint, stringency
περιορισμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: delimitace, donucení, hranice, hraniční, limit, limita, mez, nátlak, ohraničení, omezení, omezování, přinucení, restrikce, snížení, stísněnost, vymezení, zmenšení
περιορισμός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begrenzung, beschränkung, einschränkung, grenze, limes, rahmen, restriktion
περιορισμός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: begrænsning, grænse
περιορισμός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: limitación, límite, reducción, restricción
περιορισμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: circonscription, contrainte, délimitation, limitatif, limitation, limite, réduction, restriction
περιορισμός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: confine, limitazione, limite, termine
περιορισμός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begrensning, grense, isolat, restriksjon
περιορισμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: граница, ограничение, предел, ущемление
περιορισμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: begränsning, bundenhet, inskränka, inskränkning, isolat, restriktion
περιορισμός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: cak, kufi
περιορισμός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: граница, ограничение
περιορισμός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абмежаванне
περιορισμός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kitsendus, piir
περιορισμός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: raja, rajoitus
περιορισμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: granica, kraj
περιορισμός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: korlátozás
περιορισμός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: riba
περιορισμός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: confins, fronteira, limitais, limite, raia
περιορισμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: limita
περιορισμός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: limit
περιορισμός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: властивість, кваліфікація, лімітування, межа, обмеження, обмежити, обмежувати, стрибати, стрибнути, стрибок, якість
περιορισμός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ograniczenie
περιορισμός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

περιορισμός αιτήματος αγωγής, περιορισμός javascript και css αποκλεισμού απόδοσης στο περιεχόμενο στο πάνω μέρος, περιορισμός ταχύτητας internet σε wifi, περιορισμός συνώνυμο, περιορισμός ποσού αγωγής, περιορισμός προσλήψεων, περιορισμός αιτήματος αγωγής με προτάσεις, περιορισμός ευθύνης επικουρικού κεφαλαίου, περιορισμός καταψηφιστικού αιτήματος, περιορισμός του αιτήματος της αγωγής