lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περιορίζω

Λεξικό: αγγλικά περιορίζω
Μεταφράσεις: abridge, bound, confine, constrain, cramp, curb, cut, cutback, delimit, demarcate, determine, disable, dwarf, incapacitate, limit, qualify, reduce, restrain, restrict, scant, specialize, stint, terminate, abstain, clod, contain, deter, forbear, forgo, hinder, inhibit, keep, moderate, prevent, refrain, rein, stall, stop, withstand
περιορίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: delimitovat, krátit, limitovat, napravit, odkysličovat, ohraničit, omezit, omezovat, oříznout, podmanit, podrobit, potlačit, překážet, redukovat, snížit, snižovat, stlačit, tísnit, vadit, vymezit, zkrátit, zmenšit, zmenšovat, bránit, držet, inhibovat, krotit, podržet, ponechat, potlačovat, pozdržet, přerušit, přidržet, svírat, zadržet, zarazit, zastavit, zdržet
περιορίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begrenzen, beschränken, drosseln, einschränken, limitieren, abbrechen, abhalten, aufhalten, einhalten, halten, unterdrücken, zügeln
περιορίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: begrænse, indskrænke, holde, ophøre, standse, stoppe
περιορίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abreviar, acotar, coartar, cohibir, delimitar, estrechar, limitar, limitarse, reducir, restringir, abstenerse, detenerse, frenar, inhibir, mitigar, parar, pararse, refrenar, reportar, reprimir, retener
περιορίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: borner, comprimer, délimiter, gêner, limiter, restreindre, rétrécir, rogner, abstenir, arrêter, brider, inhiber, réprimer, retenir
περιορίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: delimitare, limitare, restringere, ridurre, arrestare, astenersi, inibire, reprimere, ritenere, smettere, trattenere
περιορίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begrense, forminske, innskrenke, rasjonere, avstå, stønna
περιορίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ограничивать, приостанавливать, сдерживать, удерживать
περιορίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: begränsa, gräns, inskränka, avstå, stanna
περιορίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абмяжоўваць, вылічаць, вылічваць, стрымліваць, утрымліваць
περιορίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: rajoittaa, supistaa, vähentää, pidättää, tukahduttaa
περιορίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abreviar, delimitar, demarcar, limitar, mensurar, restringir, abastecesse, coibir, deter, interromper, moderar, parar, parares, prender, reportar, reprimir
περιορίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: визначати, визначити, визначте, вирішити, вирішувати, закінчити, закінчитися, закінчувати, закінчуватися, затримати, затримувати, звузьте, здержувати, кошара, межа, обмеження, обмежити, обмежте, обмежувати, оправити, оправляти, переплести, переплітати, припинити, припиніться, припиняти, скорочувати, стрибати, стрибнути, стрибок, стримати, стримувати, тамувати, вгамувати, витримати, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, втримувати, гальмувати, гамувати, гребля, дамба, держати, дисциплінуйте, заборонити, забороняти, загальмувати, загата, задушіть, залишатися, залишитися, запруда, затримайте, зберегти, зберігати, змусити, змусьте, зупинятися, карати, корок, лишатися, лишитися, містити, містіть, перебування, перешкоджати, перешкодити, підтримайте, підтримати, підтримувати, подавити, подавляти, пожити, покарати, придушити, придушувати, примусити, примушувати, пробка, провести, проводити, проживати, рефрен, тримати, триматися, удержати, удержувати, утримати, утриматися, утримувати, утримуватися
περιορίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ograniczać, powstrzymywać
περιορίζω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndaloj, përmbaj
περιορίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: visszatartani
περιορίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: opri
περιορίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ustaviti
περιορίζω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zabrániť
περιορίζω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

περιορίζω συνώνυμα, περιορίζω στα αγγλικά, περιορίζω in english, περιορίζω αντώνυμο, περιορίζω αντιθετο, περιορίζω translate, περιοριζω συνώνυμο