lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περιοδικό

Λεξικό: αγγλικά περιοδικό
Μεταφράσεις: journal, magazine, paper, periodical, review, depot, repository, staple, stockroom, storage, store, storehouse, storeroom, store-room, warehouse, cartridge
περιοδικό στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: časopis, deník, magazín, noviny, periodický, pravidelný, přehled, přehlídka, depo, depozitář, krám, obchod, sklad, skladiště
περιοδικό στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: journal, magazin, revue, tagebuch, zeitraum, zeitschrift, zeitung, aufbewahrung, depot, geschäft, laden, lager, lagerhaus, lagerraum, vorratskammer, vorratsraum, patronenmagazin
περιοδικό στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: avis, blad, dagbog, magasin, tidsskrift, butik, depot, forretning, lager, remise, varehus
περιοδικό στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: diario, gaceta, periódico, revista, almacén, depósito, tienda
περιοδικό στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: journal, magazine, périodique, revue, cellier, dépôt, entrepôt, magasin
περιοδικό στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: diario, gazzetta, giornale, periodico, rivista, deposito, impresa, magazzino, negozio
περιοδικό στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avis, blad, dagbok, magasin, tidning, tidskrift, tidsskrift, avlagring, butikk, depot, forretning, fyndighet, lager, pakkhus, varehus
περιοδικό στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дневник, журнал, обзор, кладовая, магазин, пакгауз, склад, хранилище
περιοδικό στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avis, blad, magasin, tidning, tidskrift, avlagring, deponera, fyndighet, insättning, lager
περιοδικό στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ditar
περιοδικό στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: вестник, списание, магазин, склад
περιοδικό στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ajakiri, päevik, ladu, pood
περιοδικό στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajoittainen, jaksollinen, katsastus, lehti, sanomalehti, aitta, kauppa, kerrostuma, makasiini, myymälä, puoti, sakka, talletus, varikko
περιοδικό στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dnevnik, magazin, novine, skladište, stovarište
περιοδικό στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: folyóirat, szemle, bolt, raktár, tölténytár
περιοδικό στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dienoraštis, laikraštis, periodinis, žurnalas, depas, krautuvė, parduotuvė, parkas, sandėlis
περιοδικό στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: folha, gazeta, jornal, periódico, revista, armazém, depósito, loja, venda
περιοδικό στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: časopis, skladišče, trgovina
περιοδικό στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czasopismo, magazyn, magazynek
περιοδικό στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кніжны, крама, магазын, склад, сховішча
περιοδικό στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: časopis
περιοδικό στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ангар, арсенал, банк-депозитарій, банк-хранитель, басейн, вмістище, грим, депо, депозитарій, журнал, запасіть, зберігання, кіно, конституція, косметика, крамницю, крамниця, магазин, нагромадження, резервуар, скарбниця, склад, схов, сховище, тезаурус, часопис
περιοδικό στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

περιοδικό οκ, περιοδικό αρχαιολογία, περιοδικό autotriti test, περιοδικό elle, περιοδικό crash, περιοδικό σχεδία, περιοδικό hello, περιοδικό ψυχολογία, περιοδικό forma, περιοδικό θεολογία