lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περιεκτικός

Λεξικό: αγγλικά περιεκτικός
Μεταφράσεις: altogether, brimming, chockfull, chock-full, clear, complete, comprehensive, fraught, full, main, orotund, outright, plenary, replete, rife, unabridged
περιεκτικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bohatý, celý, četný, hojný, kompletní, naplněný, nasycený, obsazený, plný, početný, sytý, ucelený, úplný, zvučný
περιεκτικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ganz, gesamt, gesamter, voll, vollendet, völlig, vollständig
περιεκτικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fuld, fuldstændig, fyldig, hel, komplet, ram, summa, total
περιεκτικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cabal, completo, harto, lleno, pleno, relleno, total
περιεκτικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: complet, étoffé, fourni, nombreux, nourri, plein, rempli, rond, somme, tassé
περιεκτικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: colmo, completo, integrale, intero, pieno
περιεκτικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: full, fyldig, hel, ram, summa, utførlig
περιεκτικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: весь, кишащий, наполненный, полный, совершенный, целый
περιεκτικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: full, ram, summa, utförlig
περιεκτικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: поуны, поўны
περιεκτικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: täielik
περιεκτικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kokonainen, täydellinen, täynnä, täysi
περιεκτικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: potpun, pun
περιεκτικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hiánytalan, kiadós, tele
περιεκτικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pilnas, visas
περιεκτικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: absoluto, cheio, completo, íntegro, pleno, pletórico, torneado, total
περιεκτικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: cel
περιεκτικός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: абсолютний, бездонний, беззастережний, вимовити, вимовляти, висловіть, жахливий, заповнений, імпліцитний, інтегральний, крайній, мовчазний, необмежений, нерозрізаний, неявний, огрядний, округлений, переповнений, підстрибування, пленарний, повен, повний, повністю-зважує, почервоніти, ринути, ситий, сповнений, струмінь, товпиться, хлинути, цілий, цілісний, цілковитий, червоніти, шаріти, шарітися
περιεκτικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pełny
περιεκτικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

περιεκτικός συνώνυμο, περιεκτικόσ συνώνυμα, περιεκτικός οδηγός business plan, περιεκτικός ορισμός, περιεκτικός στα αγγλικά, περιεκτικός αγγλικά