lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περιέχω

Λεξικό: αγγλικά περιέχω
Μεταφράσεις: annotate, comprehend, conclave, contain, embody, embrace, enclose, forge, hold, imply, include, incorporate, receive
περιέχω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chápat, implikovat, obejmout, objímat, obklopit, obklopovat, obsáhnout, obsahovat, pochopit, pojmout, porozumět, přechovávat, rozumět, uzavřít, zachycovat, zadržet, zadržovat, zahrnout, zahrnovat
περιέχω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abschließen, begreifen, eingehen, einschließen, enthalten, schließen, umarmen, umfassen
περιέχω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: begrine, indeholde, omfatte, omfavne, rumme
περιέχω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abarcar, abracar, abrazar, coger, comprender, concertar, contener, contraer, encerrar, esconder, implicar, incluir
περιέχω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: comporte, comprend, comprendre, conclure, contenir, contracter, embrasser, impliquer, receler, renfermer
περιέχω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbracciare, accludere, capire, comprendere, contenere, includere, intendere, racchiudere, rinchiudere
περιέχω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begripe, innebære, inneholde, inngå, omfatta, omfatte, omfavne, romme
περιέχω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: включать, вмещать, заключать, охватывать, понимать, содержать
περιέχω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: innehålla, omfatta
περιέχω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mbaj, përfshij, përmbaj, përqafoj
περιέχω στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sisaldama
περιέχω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: älytä, edellyttää, käsittää, sisältää, tajuta, ymmärtää
περιέχω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: razumjeti, sadržavati, shvatiti
περιέχω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: köt
περιέχω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: turėti
περιέχω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abarcar, abraçar, abranger, conter, encerrar, implicar, incluir
περιέχω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вміщати, існуйте, містити, міститися, містить, містіть, охопити, охопіть, охоплювати, підтримайте, підтримати, підтримувати, утримати, утримувати
περιέχω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zawierać
περιέχω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

περιέχω συνώνυμα, περιέχω στα αγγλικά, περιέχω αγγλικά, περιέχω translate