lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: περίπτωση

Λεξικό: αγγλικά περίπτωση
Μεταφράσεις: bargain, chance, nonce, occasion, opportunity, inning, occasioning, accident, case, casualty, circumstance, event, fatality, incident, instance
περίπτωση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: možnost, naděje, podnět, příčina, příležitost, šance, štěstí, havárie, náhoda, náhodný, nehoda, neštěstí, pád, porucha, příběh, příhoda, případ, událost, vedlejší
περίπτωση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angelegenheit, anlass, chance, gelegenheit, glück, begebenheit, ereignis, fall, geschehnis, missgeschick, panne, unfall, unglück, vorfall, vorkommnis, zwischenfall
περίπτωση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anledning, chance, gruen, held, lejlighed, slump, begivenhed, episode, hændelse, sag, tilfælde, uheld, ulykke, ulykkestilfælde
περίπτωση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: azar, fortuna, ganga, lugar, ocasión, oportunidad, suerte, tiempo, acaecimiento, accidente, acontecimiento, caso, descalabro, emergencia, evento, incidencia, incidente, suceso
περίπτωση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aubaine, chance, occase, occasion, circonstance, accident, cas, encombre, événement, incident
περίπτωση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: appiglio, fortuna, occasione, opportunità, probabilità, ventura, accidente, avvenimento, caso, evento, incidente, infortunio, vicenda
περίπτωση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anledning, grunn, høve, leilighet, sjanse, slump, tilfelle, begivenhet, episode, hendelse, het, uhell, ulykke
περίπτωση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: случай, авария
περίπτωση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anledning, tillfälle, begivenhet, het, missöde, olycka, olycksfall, olyckshändelse, slump, tillbud
περίπτωση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: случай, злополука, падеж, събитие
περίπτωση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выпадак, здарэнне, нагода, прычына, аварыя
περίπτωση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sündmus, võimalus, avarii, õnnetus
περίπτωση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: mahdollisuus, onni, tilaisuus, asia, elämys, onnettomuus, sija, tapahtuma, tapaturma, tapaus
περίπτωση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mogućnost, prilika, sreća, događaj, incident
περίπτωση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkalom, eset, lehetőség, baleset, esemény, incidens
περίπτωση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atvejis, galimybė, įvykis, laimė, proga, sėkmė, atsitikimas, avarija, byla
περίπτωση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acontecimento, azar, caso, ensejo, evento, fortuna, ganga, lance, lugar, ocasião, ocorrência, oportunidade, sucedido, vez, incidência, acidente, acrescimento, incidente, sinistro
περίπτωση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: noroc, caz
περίπτωση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: priložnost
περίπτωση στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: príležitosť
περίπτωση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: авантюра, випадковість, випадок, діло, доля, інцидент, коробка, нагода, несподіванка, обставина, подія, поширення, предмет, пригода, річ, скриня, случай, справа, удача, футляр, чохол, щастя, явище, аварія, бомбардування, брухт, грюк, грюкіт, екстреність, зіткнення, знесилення, зруйнувати, катастрофа, крайність, крах, ламання, надзвичайний, обрушитися, розбивати, розбити, руйнувати, спішність, структура, терміновість, тріск
περίπτωση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: okazja, sposobność, wypadek
περίπτωση στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: aksident, ngjarje
περίπτωση στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

περίπτωση συνώνυμο, περίπτωση β ή ειδικές περιπτώσεις απόδειξης εμπειρίας, περίπτωση στ ́ της παραγράφου 3 του άρθρου 28, περίπτωση εγκυμοσύνης με περίοδο, περίπτωση ελληνικό dna, περίπτωση νενέκου, περίπτωση ανάγκης, περίπτωση κωσταλέξι, περίπτωση μελέτησ, περίπτωση χρήσης