lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πεζοδρόμιο

Λεξικό: αγγλικά πεζοδρόμιο
Μεταφράσεις: cobble, cobblestone, cobblestones, pavement, footpath, pathway, sidewalk, side-walk, walkway
πεζοδρόμιο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chodník, dlažba, dláždění, dlaždice, ochoz
πεζοδρόμιο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bürgersteig, gehsteig, gehweg, pflaster, fußweg, läufer, stollen, strecke
πεζοδρόμιο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fortov
πεζοδρόμιο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acera, empedrado, pavimento, banqueta
πεζοδρόμιο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: pavage, pavé, pavement, trottoir, asphalte, carpette, chassage, galerie, passavant
πεζοδρόμιο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: lastricato, marciapiede
πεζοδρόμιο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gatestein, fortau, trottoar
πεζοδρόμιο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: булыжник, мостовая, панель, половик, тротуар, штрек
πεζοδρόμιο στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: trotuar
πεζοδρόμιο στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jalkakäytävä
πεζοδρόμιο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pločnik
πεζοδρόμιο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: járda, kövezet, útburkolat
πεζοδρόμιο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: grindinys, šaligatvis
πεζοδρόμιο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acera, calcada, calçada, banqueta, passeio, pavimento
πεζοδρόμιο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: chodník
πεζοδρόμιο στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bruk, chodnik
πεζοδρόμιο στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: trottoar
πεζοδρόμιο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: тротоар
πεζοδρόμιο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: тратуар
πεζοδρόμιο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kõnnitee
πεζοδρόμιο στα εσθονική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: алея, гуляти, іти, прогулянка, стежка, тротуар, хода, ходити, ходьба
πεζοδρόμιο στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

πεζοδρόμιο στα αγγλικά, πεζοδρόμιο english, πεζοδρόμιο 1962, πεζοδρόμιο ορισμόσ, πεζοδρόμιο ταινια, ονειροκρίτησ πεζοδρόμιο, στο πεζοδρόμιο-παπακωνσταντίνου, στο πεζοδρόμιο, περιοδικό πεζοδρόμιο, κάνω πεζοδρόμιο