lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παχύσαρκος

Λεξικό: αγγλικά παχύσαρκος
Μεταφράσεις: corpulent, obese, stout, burly, doughty, lusty, portly, stalwart, tough, virile
παχύσαρκος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: tělnatý, bujarý, pevný, silný, statný, tuhý
παχύσαρκος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beleibt, fettleibig, korpulent, derb, fest, kräftig, rüstig
παχύσαρκος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: korpulent, svær, bastant, kraftig
παχύσαρκος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: corpulento, obeso, craso, fuerte, gordo, grueso, macizo, rollizo, sólido
παχύσαρκος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: corpulent, dru, intense, replet, solide, vigoureux, vineux
παχύσαρκος στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: korpulent, bastant, kraftig
παχύσαρκος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дородный, жирный, полнотелый, дюжий, крепкий, полный, сильный
παχύσαρκος στα ρωσικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: täidlane
παχύσαρκος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lihava, karski, roteva, tanakka, tukeva, vahva
παχύσαρκος στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apkūnus
παχύσαρκος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: corpulento, obeso, forte, gordo, sólido
παχύσαρκος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: obézny
παχύσαρκος στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: korpulentny, tęgi
παχύσαρκος στα πολωνική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: gagliardo, saldo, vigoroso
παχύσαρκος στα ιταλικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bastant, korpulent, kraftig
παχύσαρκος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: моцны
παχύσαρκος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: snažan, zdrav
παχύσαρκος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: erős, kövér, testes
παχύσαρκος στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

παχύσαρκος υπέρβαρος, παχύσαρκος παρθένος έστειλε τη φίλη του στο νοσοκομείο, παχύσαρκος γάτος, είμαι παχύσαρκος