lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παρών

Λεξικό: αγγλικά παρών
Μεταφράσεις: assist, attend, attendant, attending, current, present, preset, reigning
παρών στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aktuální, dar, dnešní, dosavadní, nynější, pomocník, přítomnost, přítomný, skutečný, současný
παρών στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anwesend, anwesender, beiwohnen, gängig, gegenwärtig, geläufig, jetzig, momentan, gegenwart, geschenk
παρών στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gave, nærværende, nutid, nuværende, present, tilstede, tilstedeværende, nu, nytid
παρών στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: actual, asistente, presente, regalo, actualidad
παρών στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: actuel, assistant, présent
παρών στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attuale, presente
παρών στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aktuell, inneværende, nærværende, nåværende, presang, presens, present, tilstede, tilstedeværende, nåtid, nu
παρών στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: наличный, настоящий, нынешний, присутствующий, настоящее
παρών στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: befintlig, förevarande, gällande, gåva, närvarande, nuvarande, presens, present, nitid, nu
παρών στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dhuratë
παρών στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прысутны
παρών στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vool
παρών στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lahja, mukana, nykyinen, saapuvilla
παρών στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: jelen, jelenlegi, jelenlevő
παρών στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dabartinis, dovana, padėjėjas
παρών στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: actual, presente, regalo, vigente
παρών στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: actual
παρών στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: darilo
παρών στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дарувати, дарунок, нинішній, подарувати, подарунок, представити, представляти, презентувати, присутній, сучасний, теперішній
παρών στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obecny, teraźniejszość
παρών στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

παρών παρούσα παρόν, παρόν έγγραφο, παρόν μήνυμα, παρόν κεφάλαιο, παρόν κλίση, παρών παρόν, παρών επί τησ αρχήσ, παρών σε ψηφοφορία, παρών παρούσα, παρόν συνώνυμα