lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παρθένα

Λεξικό: αγγλικά παρθένα
Μεταφράσεις: damsel, girl, maiden, vestal, virgin, intact, virginal
παρθένα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dcera, děvče, holka, panna, slečna, panenský
παρθένα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fräulein, jungfer, jungfrau, mädchen, mädel, magd, maid, tochter, jungfräulich
παρθένα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: datter, frøken, jente, jomfru, mø, pige, pike, ærbar, kysk
παρθένα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: chica, doncella, hija, muchacha, señorita, virgen, casto, virginal
παρθένα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: demoiselle, fille, pucelle, vierge, chaste, puceau, virginal
παρθένα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: figlia, intatto, ragazza, signorina, vergine
παρθένα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: datter, jente, jomfru, mø, møy, pike, ærbar, kysk
παρθένα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дева, девица, девочка, девственница, девственный, девушка, девствен, девственны
παρθένα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: mö, ungmö, ärbar, kysk
παρθένα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bijë, vajzë
παρθένα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: дъщеря
παρθένα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дачка, нявінніца, дзявоцкі, нявінны, цнатлівы
παρθένα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: neitsi, tüdruk
παρθένα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: impi, koskematon, neitsyt, tytär, tyttö
παρθένα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: djevojka
παρθένα στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: duktė, mergaitė, mergelė, mergina, panelė
παρθένα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: garota, menina, moça, rapariga, rija, virgem, virgens, virginal
παρθένα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dekle
παρθένα στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: panna
παρθένα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: незаймана, непорочний, невинний, незайманий, цнотливий
παρθένα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dziewica, dziewiczy
παρθένα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

παρθένα τσαμουρίδου, παρθένα χοροζίδου, παρθένα ουσταμπασίδου, παρθένα τσιμπούκα, παρθένα φουντουκίδου, παρθένα χοροζίδου βικιπαιδεια, παρθένα στα αγγλικά, παρθένα γαμίδου, παρθένα ετών 30, παρθένα χοροζίδου βιογραφικο