lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παρενοχλώ

Λεξικό: αγγλικά παρενοχλώ
Μεταφράσεις: annoy, bait, chafe, displease, exasperate, fret, irk, irritate, jar, nettle, rasp, ruffle, tantalize, tease, vex, zap, miff, rile, fester, incite, inflame, rankle, exacerbate, pique, aggravate, incense, provoke
παρενοχλώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dopalovat, dožírat, dráždit, iritovat, otravovat, pobouřit, podráždit, pokoušet, popudit, rozčilit, rozčílit, rozčilovat, škádlit, štvát, sužovat, trápit, týrat, zlobit, rozdráždit, rozhořčit, roztrpčit, jitřit, pobuřovat, popouzet, hecovat, rozhněvat
παρενοχλώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ärgern, geneckt, reizen, aufregen, irritieren, verdrießen, wühlen
παρενοχλώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: irritere, tirre, forarge, plage, irriteret, pirre
παρενοχλώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abochornar, azuzar, enojar, fastidiar, irritar, agriar, amohinar, embravecer, ensañar, exacerbar, exasperar, supurar, airar, enconar, enfadar, enfurruñarse, enrabiar, indignar, rebotar
παρενοχλώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agacer, asticoter, emmerder, exciter, harceler, horripiler, irriter, lutiner, mécaniser, taquiner, vexer, bouillir, donner, exaspérer, indigner, acharner, aigrir, envenimer, exulcérer, renvenimer, ulcérer, endêver, fâcher
παρενοχλώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: infastidire, irritare, molestare, punzecchiare, stuzzicare, tormentare, esasperarsi, esasperare, arrabbiare, arrabbiarsi, bestia
παρενοχλώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ergre, irritere, irritert, tirre, forarge, opphisse, renta, pirre
παρενοχλώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дразнить, поддразнивать, раздражать, злить, бередить, озлобить, раздражить, раздразнить
παρενοχλώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förarga, irritera, reta, förtreta
παρενοχλώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: acaroj, ngacmoj, ndërsej
παρενοχλώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дражніць
παρενοχλώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ärsyttää, harmittaa
παρενοχλώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bosszantani, ingerelni, irritál, izgatni, dühíteni, haragszik
παρενοχλώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: enojar, irritar, disputar, exasperar, escocês, exacerbar, incitar, zangar
παρενοχλώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: будити, бурчання, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, викликати, ганчірка, глек, грати, деренчання, дражнити, дратувати, жердина, жовч, збирати, зібрати, зірвати, зіткнення, каламутьте, лахміття, набирати, набрати, надокучати, надокучте, оборка, підбирати, підібрати, підсильте, подразнювати, полюс, поляк, прискіпування, прискіпуватися, причіпка, провокувати, провокуйте, розбудити, роздратовувати, роздратувати, роздратуйте, розпалити, розпалювати, розчаровуватися, розчаруватися, скупчувати, спровокувати, стовп, сутичка, тичина, тичка, ятріть, прокиньтеся, розбуджувати
παρενοχλώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: drażnić, irytować, jątrzyć, podrażniać, rozdrażniać, rozdrażnić, złościć
παρενοχλώ στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nahnevať
παρενοχλώ στα σλοβακική »