lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παρατείνω

Λεξικό: αγγλικά παρατείνω
Μεταφράσεις: extend, lengthen, overrun, prolong, protract, renew, elongate
παρατείνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nastavit, natáhnout, prodloužit, prodlužovat, prolongovat, protáhnout, protahovat, napnout, natahovat, roztáhnout
παρατείνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verlängern, dehnen, strecken
παρατείνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alargar, alargarse, prolongar, prolongarse
παρατείνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: allonger, prolonger, rallonger, étendre, étirer, fuselęr
παρατείνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allungare, prolungare, protrarre, stendere
παρατείνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: drøye, forlenge, vara, lenges
παρατείνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: продлевать, продолжать, удлинять
παρατείνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förlänga, förlängas, vara
παρατείνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtrij
παρατείνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адтэрміноўваць, прадаўжаць, працягваць, падаўжаць
παρατείνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jatkaa
παρατείνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elnyújtani, meghosszabbítani, hosszabbít, hosszabbodik
παρατείνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alargar, prolongar
παρατείνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: prelungi
παρατείνω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: продовжити, продовжте, подовжити, подовжувати, поширити, поширювати, продовжтеся, простиратися, простягати, простягатися, простягнути, простягнутися, протягати, розтягнути, розтягувати, розширений, розширяти, сягати, тривайте
παρατείνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przedłużać, wydłużać
παρατείνω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

προτείνω συνώνυμα, παρατείνω στα αγγλικα, συνώνυμο προτείνω