lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παραγωγικός

Λεξικό: αγγλικά παραγωγικός
Μεταφράσεις: productive, efficient
παραγωγικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: plodný, produktivní, výnosný, efektivní, účinný
παραγωγικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ergiebig, produktiv, ausgiebig, leistungsfähig
παραγωγικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: produktiv, effektiv
παραγωγικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: productivo, eficiente
παραγωγικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fructueux, productif, efficace
παραγωγικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: produttivo, efficiente
παραγωγικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fruktbar, produktiv, effektiv
παραγωγικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: продуктивен, продуктивный, производительный, действенный, эффективный
παραγωγικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: produktiv
παραγωγικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прадукцыйны
παραγωγικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: antoisa, hedelmällinen, tehokas
παραγωγικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: produktív, termelékeny
παραγωγικός στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: продуктивний
παραγωγικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: produktywny, wydajny
παραγωγικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

παραγωγικός συλλογισμός, παραγωγικός βήχας στα παιδιά, παραγωγικός συνεταιρισμός γυναικών κοκκινογείων δράμας σ.π.ε, παραγωγικός βήχας, παραγωγικός συλλογισμός παραδειγματα, παραγωγικός συλλογισμός ασκησεις, παραγωγικόσ χάρτησ ελλάδασ, παραγωγικός συνώνυμα, παραγωγικός συντελεστής, παραγωγικόσ συνεταιρισμόσ