lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παραγωγή

Λεξικό: αγγλικά παραγωγή
Μεταφράσεις: crop, harvest, output, yield, fabrication, filmmaking, manufacture, manufacturing, produce, production, creativity, efficiency, performance, productivity, turnout, yielding, extraction, generation
παραγωγή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: úroda, výnos, výtěžek, výtěžnost, žatva, žeň, žně, předložení, produkce, vyrábění, výroba, výrobek, tvorba, efektivnost, plnění, produktivita, schopnost, účinnost, výkon, výkonnost, výnosnost, extrahování, extrakce, původ, těžba, těžení, výtažek, vytažení, zhotovení
παραγωγή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arbeitsleistung, ausbeute, ernte, ertrag, ausgangsleistung, erzeugung, fertigung, herstellung, produktion, vortrag, schaffen, ausführung, durchführung, effizienz, leistung, produktivität, abbau, aushebung, gewinnung, herausnehmen
παραγωγή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afgrøde, avl, avling, grøde, høst, fremstilling, produktion, effektivitet, produktivitet
παραγωγή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cosecha, fruta, fruto, recolección, siega, fabricación, producción, creación, productividad, rendimiento, extracción, confección
παραγωγή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: moisson, récolte, rendement, bimbeloterie, cristallerie, cru, fabrication, imagerie, production, superproduction, zinguerie, création, folklore, oeuvre, théâtre, capacité, efficience, prestation, productivité, puissance, réalisation, dégager, extraction, renflouage, confection
παραγωγή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: messe, mietitura, profitto, raccolta, raccolto, rendimento, resa, fabbricazione, produzione, efficienza, prestazione, ricavo, estrazione
παραγωγή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avkastning, avl, avling, grøda, grøde, høst, fremstilling, produksjon, effektivitet, kapasitet, utvinning
παραγωγή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выработка, жатва, урожай, продукция, производство, созидательность, сочинительство, творчество, выполнение, дебит, действенность, исполнение, продуктивность, производительность, выемка, добыча, извлечение
παραγωγή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avkastning, avling, gröda, höst, fabrikation, framställning, produktion, arbetsförmåga, duglighet, effektivitet, kapacitet, verkan
παραγωγή στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: жътва, урожай, продукция
παραγωγή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: жнива, ураджай, прадукцыя, выбіранне, здабыванне, здабыча
παραγωγή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: saak, tootmine, tootlikkus
παραγωγή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: elonkorjuu, sato, tuotto, tekeminen, tuotanto, valmistus, tehokkuus
παραγωγή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ljetina, proizvodnja
παραγωγή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aratás, termelés, termés, alkotás, kreativitás, műalkotás, hatásfok, hathatósság, kiadósság, teljesítmény, termelékenység, kimenet
παραγωγή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: derlius, produkcija, našumas
παραγωγή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: colheita, fruto, herdara, industria, manufactura, produção, rendimento, produtriz, utilizaria, fabricaria
παραγωγή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: врожай, урожай, виготовлення, виготування, видобуток, випуск, виробництво, виробничий, продукт, продуктивність, продукція, справляння, створення, укладення, брати, валіза, везти, взяти, видобування, видужання, вилучення, витяг, витягування, виявлення, віднести, відновлення, відносити, відшкодування, візьміть, возити, екстракція, забирати, забрати, захоплювати, здавати, здобич, копання, мішок, набувати, набути, одужання, повернення, придбати, приймати, прийняти, провести, проводити, сумка, сфотографувати, торба, торбина, трофей, узяти, фотографувати
παραγωγή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: plon, produkcja, twórczość, wydajność, wydobycie, wytwarzanie, wytwórczość
παραγωγή στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: ťažba
παραγωγή στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

παραγωγή γραπτού λόγου, παραγωγή ελαιολάδου, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, παραγωγή κρασιού, παραγωγή μπύρας, παραγωγή μελιού, παραγωγή καπνού, παραγωγή βασιλικού πολτού, παραγωγή υδρογόνου, παραγωγή γραπτού λόγου στ δημοτικού