lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παράνομος

Λεξικό: αγγλικά παράνομος
Μεταφράσεις: forcible, illegal, illegitimate, illicit, lawless, unauthorised, unlawful, wrongful
παράνομος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ilegální, nedovolený, nelegální, nelegitimní, nemanželský, neoprávněný, nezákonný, protiprávní
παράνομος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gesetzlos, rechtlos, rechtswidrig
παράνομος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: illegitim, lovløs, lovstridig, uberettiget, ulovlig
παράνομος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desaforado, ilegal
παράνομος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: illégal, illégitime, illicite, tortionnaire
παράνομος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abusivo, illecito, illegale
παράνομος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: illegitim, lagløs, lovløs, lovstridig, uberettiget, ulovlig, urettmessig
παράνομος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беззаконен, беззаконный, незаконен, незаконный
παράνομος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: illegitim, laglös
παράνομος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: беззаконны, незаконны
παράνομος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laiton, luvaton, oikeudeton, väärä
παράνομος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nedopušten, nedozvoljen
παράνομος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: illegális, törvényellenes
παράνομος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abusivo, desaforado, desaguisado, ilegal, ilegítimo, ilícito, inválido
παράνομος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: беззаконний, заборонений, невиправданий, негарантований, недозволений, незаконний, нелегальний, необґрунтований, неправильний
παράνομος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bezprawny
παράνομος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

παράνομος κόσμος, παράνομος ο φόρος αλληλεγγύης, παράνομος ανατοκισμός, παράνομος κι αν είναι ο δεσμός μας, παράνομος δεσμός stixoi, παράνομος δεσμός, παράνομος τζόγος, παράνομος πλουτισμός, παράνομος τζόγος βόλος, παράνομοσ συνώνυμο