lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παράλογος

Λεξικό: αγγλικά παράλογος
Μεταφράσεις: absurd, laughable, ludicrous, preposterous, meaningless, meaninglessly, nonsensical, pointless, ridiculous, senseless, ungodly, asinine, ass, crass, daft, dumb, fatuous, foolish, footling, gormless, inept, insane, insipid, muddleheaded, muddle-headed, mute, nuts, obtuse, pigheaded, silly, sodden, stupid, wacky, yokel, yoyo, inappropriate, unconscionable, unreasonable, absurdity, baloney, birdseed, bosh, bunkum, falderal, fudge, humbug, nonsense, shenanigans, trash
παράλογος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: absurdní, absurdnost, nesmyslný, směšný, pošetilý, bambula, bláznivý, blbý, hloupý, hlupáček, hlupák, omezený, pitomý, šílený, stupidní, tupý, nejapný, neschopný, nesmysl
παράλογος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: absurd, lächerlich, unsinnig, widersetzlich, widersinnig, sinnlos, sinnwidrig, albern, blöd, blödsinnig, doof, dumm, einfältig, närrisch, töricht, unklug, wahnsinnig, quatsch, stiefel, undichtigkeit, unsichtbarkeit, unsinn, zeug
παράλογος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: absurd, meningsløs, urimelig, ufornuftig, dum, fåret, latterlig, tåbelig, tungnem, vanvittig, nonsens, sludder, tøv, vås, visvas
παράλογος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: absurdo, ridículo, descabellado, insensato, irrisorio, necio, bruto, estólido, estúpido, fatuo, idiota, imbécil, mentecato, ñoño, tonto, torpe, zopenco, disparatado, extravagante, contrasentido, desatino, disparate, pamplina
παράλογος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: absurde, impertinent, insensé, benêt, bêta, bête, idiot, imbécile, jobard, moutonnier, niais, nigaud, ridicule, sot, stupide, extravagant, inepte, baste, non-sens
παράλογος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assurdo, insensato, balordo, dissennato, idiota, insulso, melenso, ridicolo, scemo, sciocco, stolto, stupido, nonsenso
παράλογος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: absurd, urimelig, meningsløs, ufornuftig, dum, fåret, larvig, latterlig, narraktig, tåpelig, tokig, tungnem, vanvittig, dill, nonsens, sludder, sprøyt, tøv, tøys, tull, vås, visvas
παράλογος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: абсурден, абсурдный, нелепый, бессмыслен, бессмысленный, безумный, бестолковый, глуп, глупы, глупый, дурацкий, недоумки, недоумок, тупой, бессмыслица, нонсенс
παράλογος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: absurd, befängd, orimlig, intetsägande, meningslös, dum, enfaldig, fånig, fåret, larvig, löjlig, narraktig, tokig, dill, nonsens, sludder, tull
παράλογος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: absurd, marrë
παράλογος στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: absurdne, naeruväärne, loll, rumal
παράλογος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: järjetön, hullu, mieletön, hölmö, hullunkurinen, mielipuoli, tyhmä, tylsä
παράλογος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: besmislen, smiješan, lud, tup
παράλογος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: esztelen, értelmetlen, képtelen, buta, ostoba, képtelenség, ostobaság
παράλογος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: absurdiškas, bukaprotis, kvailas
παράλογος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: absurdo, disparatado, ridículo, descabelado, insensato, estúpido, idiota, imbecil, insano, risível, tolo, tonto, disparate, garimparias
παράλογος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: absurdalny, bezsensowny, głupi, niedorzeczny, nonsens
παράλογος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бессэнсоўны, бяссэнсавы, бяссэнсны, недарэчны, неразумны, бязглузды, дурны, бязглуздзіца, бяссэнсіца, недарэчнасць
παράλογος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безглуздий, бездушний, безтямний, безцільний, вакантний, вільний, нерозумний, нечутливий, абсурдний, акуратний, безвинний, безневинний, безтурботний, витончений, вишуканий, гарний, гарно, глупий, грубий, густий, гусячий, дурний, красивий, лагідний, мавпячий, милий, напівсирий, невинний, невинуватий, незграбний, необачний, необдуманий, ослячий, приємний, простодушний, ретельний, рясний, симпатичний, тактовний, телячий, тремтячий, тупий, хороший, цнотливий, щільний, абракадабра, безглуздя, нісенітниць, нісенітниця
παράλογος στα ουκρανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: prost
παράλογος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: neumen
παράλογος στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

παράλογος συνώνυμα, παράλογος συνώνυμο, παράλογος αγγλικά, παράλογος λεξικο, παράλογος στα αγγλικά