lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παράγω

Λεξικό: λευκορωσίας παράγω
Μεταφράσεις: адбыцца, здабываць, выконваць, выпрацоўваць, вырабатывать, вырабляць, праводзіць, ствараць, падрыхтоўваць, рабіць
παράγω στα λευκορωσίας »
 
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tootma, looma
παράγω στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gaminti, dresiruoti, mokyti
παράγω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: produzir, confeccionar, construir, executar, fabricar, fazer, formar, manufacturar, cerar, compor, constituir, criar, erigir, instituir, elaborar, haver
παράγω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: видобувати, діставати, дістати, добувати, домогтися, досягати, досягнути, забезпечте, збільшитися, збільшуватися, здобувати, здобути, мій, набувати, набути, накопичуватися, наростати, нарости, наростіть, одержати, одержите, отримувати, придбати, рудник, шахта, ведмідь, вигадати, вигадувати, виготовити, виготовляти, виробіть, виробляти, витримати, витримувати, відновити, відновлювати, відтворити, відтворювати, генеруйте, доставити, доставляти, доставте, завдавати, завдати, народіть, нести, носити, одержувати, отримайте, перенести, переносити, підробити, підробляти, породжувати, породити, поставити, постачати, промовити, промовляти, репродукувати, робити, родити, створіть, створювати, сфабрикувати, уродити, утворити, утворювати, фабрикувати, чинність, будувати, виникати, виникнути, влаштовувати, влаштувати, встановити, встановіть, встановлювати, започатковувати, започаткувати, засновувати, заснувати, збудувати, знайдений, знайтися, компонувати, конструктор, конструювати, новісінький, побудувати, поставати, постати, пофарбувати, складати, скласти, скомпонувати, спорудити, створити, творити, установити, установлювати, фарбувати
παράγω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dobywający, produkować, tworzyć, wyprodukować, wytwarzać
παράγω στα πολωνική »
Λεξικό: αγγλικά
Μεταφράσεις: make, manufacture, produce, beget, choreograph, compose, constitute, create, develop, fabricate, figure, form, found, frame, generate, instantiate, materialize, spawn, yield
παράγω στα αγγλικά »
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dělat, fabrikovat, hotovit, plodit, předložit, předvést, produkovat, rodit, vymýšlet, vyrábět, vyrobit, vytvářet, vytvořit, zhotovit, zplodit, způsobit, budovat, komponovat, organizovat, podoba, připravit, působit, sestavit, sestrojit, skládat, školit, složit, stanovit, stavět, stvořit, tvar, tvarovat, tvořit, upravit, ustanovit, ustavit, utvářet, utvořit, vyškolit, vystavit, zakládat, založit, zformovat, zorganizovat, zřídit, nést, udělat, vynášet, zhotovovat, zpracovávat
παράγω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anfertigen, auswerfen, erzeugen, hergestellt, herstellen, hervorbringen, konstruieren, machen, produzieren, tun, abgeben, begründen, bilden, erschaffen, formen, kreieren, schaffen, schulen, trainieren, verfertigen
παράγω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fabrikere, fremstille, gøre, lage, lave, producere, danne, digte, form, forme, frembringe, gestalt, komponere, konstruere, nummer, uddanne, producers, tilvirke
παράγω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: confeccionar, construir, crear, dar, fabricar, forjar, hacer, producir, constituir, criar, formar, elaborar, manufacturar
παράγω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fabriquer, manufacturer, produire, composer, constituer, créer, enfanter, ériger, établir, forme, former, organiser, confectionner, façonner
παράγω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: addurre, fabbricare, produrre, comporre, costituire, creare, figura, foggia, fondare, forma, formare, generare, plasmare, veste, confezionare, fruttare
παράγω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fabrikkere, fremstille, lage, produsere, danne, dikte, forme, frembringe, gestalt, komponere, konstruere, nummer, skape, utgjøre, avkastning, producers, tilvirke
παράγω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вырабатывать, делать, изготовлять, производить, фабриковать, образовывать, создавать, созидать, творить, выработать, изготавливать
παράγω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: alstra, framställa, producera, tillverka, dana, gestalt, komponera, nummer, siffra, utgöra, avkastning, fabricera, inbringa
παράγω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bëj, formoj, krijoj
παράγω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tehdä, laatia, latoa, luoda, muodostaa, perustaa, sepustaa, valmistaa
παράγω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gyártani, termelni, alakít, alkot, teremteni, előállítani
παράγω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vyrábať
παράγω στα σλοβακική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: proizvoditi, napraviti
παράγω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

παράγω αόριστος, παράγω κλίση, παράγω συνώνυμα, παράγω παραγάγω, παράγω αντώνυμο, παράγω παράξω, παράγω και εξάγω, παράγω έργο, παράγω προστακτική, παράγω ετυμολογία