lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παράβαση

Λεξικό: αγγλικά παράβαση
Μεταφράσεις: abusing, affront, injury, insult, offence, outrage, pet, pique, resentment, scandal, umbrage, breach, infringement, violation, contravention, crossing, excess, overdraft, overrunning, violence, crime, delinquency, felony, misdeed, treason, vice, wrongdoing, wrong-doing, misdemeanour
παράβαση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: inzultace, křivda, pohana, potupa, urážka, porušení, přestoupení, přestupek, znásilnění, znesvěcení, zneuctění, krajnost, nadbytek, nemírnost, přechod, výstřelek, delikt, přečin, provinění, zločin, chyba, kaz, nectnost, nedostatek, neřest, vada
παράβαση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beleidigung, kränkung, vergehen, vergewaltigung, verletzen, verletzung, exzess, überschreiten, delikt, frevel, kriminalität, verbrechen
παράβαση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fornærmelse, voldtægt, forbrydelse, forseelse, lovovertrædelse, brøde, brud, last
παράβαση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afrenta, agravio, denuesto, escándalo, herida, injuria, insulto, ofensa, ultraje, infracción, violación, contravención, exceso, pasaje, crimen, delito, fechoría, vicio
παράβαση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affront, avanie, incartade, injure, insulte, lèse, offense, outrage, infraction, viol, violation, contravention, dépassement, excès, franchissement, transgression, crime, délit, forfait, méfait, défaut, vice
παράβαση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affronto, atrocità, ingiuria, insulto, offesa, oltraggio, infrazione, manomissione, stupro, violazione, trasgressione, crimine, delitto, maleficio, misfatto, reato, vizio
παράβαση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anstøt, fornærmelse, overgrep, voldtekt, forseelse, utskeielse, brøde, brott, brudd, forbrytelse, last
παράβαση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: обида, оскорбление, нарушение, переступание, переход, перешагивание, превышение, злодеяние, преступление, проступок
παράβαση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anstöt, övergrep, våldta, brott, förbrytelse
παράβαση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fyerje
παράβαση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: обида, нарушение, престъпление
παράβαση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абраза, крыўда, парушэнне, злачынства
παράβαση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: loukkaus, solvaus, raiskaus, rikkominen, väkivalta, rikkomus, rikos
παράβαση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sramota, uvreda, prekršaj, zločin
παράβαση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bántás, sérelem, sértés, megbecstelenítés, megsértés, megszegés, áthágás, átlépés, kihágás, bűncselekmény, bűntett, gaztett
παράβαση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afrenta, apóstrofe, humilharia, injuria, insulto, ofensa, pique, ultraje, vilipendio, ruptura, violais, infracção, crime, delito, fecharia, vicio
παράβαση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: багно, бруд, виключення, виняток, ганьба, догана, жалоба, збиток, злочин, обмова, ображання, ображення, образа, піке, поранення, поранити, порушення, пошкодження, провина, рана, ранити, скарга, травма, ушкодження, вивих, зупинка, неспокій, переривання, розлад, гріх, злодіяння, необачність, проступок
παράβαση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obraza, pogwałcenie, przekroczenie, przestępstwo, występek
παράβαση στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nusikaltimas
παράβαση στα λιθουανική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kuritegu
παράβαση στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zločin
παράβαση στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

παράβαση στίχοι, παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, παράβαση καθήκοντος, παράβαση καθήκοντος δικαστικού επιμελητή, παράβαση αχαρνής, παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, παράβαση στην αρχαία κωμωδία, παράβαση καθήκοντος ποινικός κώδικας, παράβαση δικαστικής απόφασης, παράβαση ρ-40