lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παπάς

Λεξικό: αγγλικά παπάς
Μεταφράσεις: churchman, clergyman, cleric, clerical, divine, ecclesiastic, ecclesiastical, minister, ministered, ministering, priest, chaplain, father, padre, reverend, skids
παπάς στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: církevní, duchovní, klerik, kněz
παπάς στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geistlich, kirchlich, priester, seelsorger, geistliche, pfarrer
παπάς στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: åndelig, kapellan, klerikal, præst, sognepræst, purest
παπάς στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: capellán, clérigo, cura, eclesiástico, pastor, preste, sacerdote
παπάς στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: clerc, ecclésiastique, prêtre, spirituel, aumônier, bonze, druidesse, abbé, curé, ratichon
παπάς στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: parroco, prete, sacerdote
παπάς στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: åndelig, klerikal, prest
παπάς στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: духовный, священник, священнослужитель, церковник, пастырь, жрец, ксендз, ксёндз
παπάς στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: klerikal, präst
παπάς στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: prift
παπάς στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: свещеник
παπάς στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: духоўны, царкоўнік, свяшчэннік
παπάς στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: preester, vaimulik
παπάς στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: lelkész, pap, lelkipásztor, kanonok, prelátus
παπάς στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: klebonas, kunigas, pastorius
παπάς στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: anímico, clérigo, cura, eclesiástico, espiritual, intelectual, íntimo, padre, pastor, preste, sacerdote, canónico, ungido
παπάς στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cleric, preot
παπάς στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: абстрактний, духовний, інтелектуальний, неземний, несуттєвий, психічний, розумовий, жрець, капелан, міністр, пах, піп, священик
παπάς στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: duchowny, duszpasterz, kapłan, ksiądz
παπάς στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kňaz
παπάς στα σλοβακική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kirkkoherra
παπάς στα φινλανδικά »

Σχετικές λέξεις

παπάς ονειροκρίτης, παπάς σε όνειρο, παπάς τριφασικό ρεύμα, παπάς πασταρια, παπάς ή παππάς, παπάς αθανάσιος, παπάς furby, παπάς κάτι ψήνεται, παπάς νίκος, παπάς ρίχνει τον αγιασμό με νερομπίστολο βίντεο