lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παντρειά

Λεξικό: αγγλικά παντρειά
Μεταφράσεις: conjugality, couple, marriage, match, matrimony, transient, wedlock
παντρειά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dvojice, manželství, mariáš, pár, párek, sňatek, svatba
παντρειά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ehe, ehepaar, heirat, hochzeit, pärchen, trauung, vermählung
παντρειά στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ægtepar, ægteskab, bryllup, gifte, giftermål, par
παντρειά στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: boda, casamiento, matrimonio, pareja, unión
παντρειά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: alliance, couple, époux, hymen, mariage, ménage, union
παντρειά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: coppia, matrimonio, nozze, sposalizio
παντρειά στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ektefolk, ekteskap, gifte, giftermål, kopla, oppløse, par
παντρειά στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: брак, бракосочетание, женитьба, супружество
παντρειά στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: äktenskap, gifte, giftermål, koppla, par
παντρειά στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: çift
παντρειά στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: брак
παντρειά στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пажаніцца, шлюб, щлюб
παντρειά στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: abielu
παντρειά στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: avioliitto, häät, pari
παντρειά στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: brak, par, vjenčanje
παντρειά στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: házasság
παντρειά στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: santuoka, vedybinis, vedybos, vestuvės
παντρειά στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: boda, casal, casamento, matrimónio, par, parelha
παντρειά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брак, вада, відмовити, відмовитися, відмовляти, відмовлятися, вінчання, дефект, змагання, марнотратник, матч, одруження, пара, пасувати, подружжя, помилка, псування, рівня, сірник, шлюб, шлюбний
παντρειά στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: małżeństwo
παντρειά στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

παντρειά ονειροκρίτης