lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παθητικός

Λεξικό: αγγλικά παθητικός
Μεταφράσεις: passive, quiescent
παθητικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezvládný, pasivní, trpný
παθητικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: passiv
παθητικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: passiv, viljeløs
παθητικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: indiferente, inerte, pasivo
παθητικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: commandé, déwatté, inerte, passif, patient
παθητικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: inerte, passivo
παθητικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: passiv, viljeløs
παθητικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пассивен, пассивный
παθητικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: passiv, viljelös
παθητικός στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: passiivne
παθητικός στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pasivan
παθητικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: passzív
παθητικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pasyvus
παθητικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apagado, inactivo, inerte, passivo
παθητικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гнучкий, несприятливий, пасивний, слабкий
παθητικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bierny, pasywny
παθητικός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пасіўны
παθητικός στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

παθητικός αόριστος, παθητικός αόριστος β, παθητικός μέλλοντας και αόριστος, παθητικός μέλλοντας και αόριστος ασκήσεις, παθητικός μέλλοντας, παθητικός αόριστος ασκήσεις, παθητικός συνώνυμο, παθητικός μέλλοντας α, παθητικός αόριστος κλίση, παθητικός μέλ. και αόρ. β ́