lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: παίζω

Λεξικό: αγγλικά παίζω
Μεταφράσεις: entertain, merry, peddle, play, recreate, romp, sport, spree, toy, trifle, whoopee, act, perform
παίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bavit, hrát, obveselit, osvěžit, pobavit, potěšit, rozptýlit, sehrát, žertovat, fungovat, konat, předvádět, předvést, provést, vykonávat, zahrát
παίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: amüsieren, ergötzen, spielen, unterhalten, verweilen, weilen, aufführen
παίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: lege, more, spille, underholde, servere, udføre
παίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alegrar, distraer, divertir, embebecer, entretener, entretenerse, hacer, jugar, tañer, tocar, actuar, ejecutar, pulsar, representar
παίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amuser, ballotter, distraire, divertir, jouer, nigauder, récréer, réjouir, rigoler, séjourner, carburer, exécuter, représenter
παίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: distrarre, divertire, divertirsi, giocare, interpretare, recitare, rappresentare, suonare
παίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: leke, more, roa, spille, underholde, gjøre
παίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: развлекать, тешить, играть
παίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: leka, roa, traktera, underhålla, undfägna, vistas, bolla, köra, spela
παίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: luaj
παίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: весяліць, займаць, пацяшаць, развесяляць
παίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mängima
παίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hauskuttaa, huvittaa, kisailla, leikitellä, leikkiä, pelata, viihdyttää, esittää
παίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: odigrati
παίζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: időzni, játszik, tartózkodni, alakít, játszani
παίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dėtis, groti, lošti
παίζω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: brincar, distrair, divertir, entreter, jogar, representar, tocar, actuar, executar
παίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: igrati
παίζω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відвести, відводити, відхилити, відхиліть, відхиляти, забавляти, морочити, обманіть, обманювати, поновіть, пригостити, пригощати, розважати, розважити, розважте
παίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bawić, grać
παίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

παίζω με γράμματα και λέξεις, παίζω και γελώ, παίζω συνώνυμα, παίζω και μαθαίνω στο διαδίκτυο, παίζω θέατρο, παίζω και τραγουδώ με το παιδί μου, παίζω οικογενεια λεξεων, παίζω με το παιδί μου, παίζω και μαθαίνω, παίζω με πλαστελίνη