lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πίεση

Λεξικό: αγγλικά πίεση
Μεταφράσεις: pressure, stress, accent, emphasis, press, underscore, onrush, compulsion, constriction, embrace, oppression, oppressiveness, pinch, repression
πίεση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: lisování, napětí, napjatost, nápor, nátlak, pnutí, stisk, stlačení, tlak, akcent, důraz, nucení, přízvuk, útisk, výslovnost, potlačení, tíseň, utiskování, utlačování, útlak
πίεση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: druck, pressen, akzent, betonung, dialekt, mundart, nachdruck, ansturm, drang, depression, pression, unterdrückung
πίεση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blodtryk, tryk, trykke, accent, betoning, brystning, dialekt, eftertryk, fynd, påtrykke, presse, undertrykkelse
πίεση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: compresión, presión, acento, apremio, dejo, dialecto, empuje, énfasis, opresión
πίεση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compression, pression, tension, accent, contrainte, insistance, oppression, répression, tyrannie
πίεση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: pressione, accento, oppressione, repressione
πίεση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blodtrykk, lufttrykk, trykk, accent, aksent, betoning, bryter, brytning, dialekt, ettertrykk, fynd, hovedvekt, påtrykk, press, undertrykkelse
πίεση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: давление, говор, диалект, нажим, натиск, ударение, напор, угнетение
πίεση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blodtryck, tryck, accent, betoning, bryter, brytning, fynd, påtryckning, press, tonfall, tonvikt
πίεση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: налягане, ударение, репресия
πίεση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: rõhk, tunderõhk
πίεση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: paine, korko, painostus
πίεση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tlak, naglasak
πίεση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: nyomás, akcentus, hangsúly, hangsúlyjel, sajtó, elnyomás
πίεση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: slėgis, akcentas, dialektas, tartis
πίεση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: pressão, acento, dedo, dialecto, ênfase
πίεση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: tlak
πίεση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акцентувати, наголос, напруга, напруженість, напруження, натиск, підкреслити, підкреслювати, примус, силування, стрес, тиск, тиснення, акцент, натискування, гноблення, пригнічення, пригнічування, пригноблення
πίεση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ciśnienie, nacisk, napór, presja, ucisk
πίεση στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: theks, shtypje
πίεση στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: націск, прыгнёт, прыгнечанне
πίεση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: accent
πίεση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: naglas
πίεση στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

πίεση ματιού, πίεση καρδιάς, πίεση καρδιάς υψηλή, πίεση στα αυτιά, πίεση ελαστικών, πίεση συμπτώματα, πίεση και διατροφή, πίεση ματιών, πίεση τιμές, πίεση στο κεφάλι