lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πέφτω

Λεξικό: αγγλικά πέφτω
Μεταφράσεις: decline, decrease, descend, dip, droop, droops, drop, ebb, fall, fell, flag, gravitate, sag, sink, slake, slope, slump, subside, assail, assault, attack, attempt, rain, snow, tilt, browse, down, graze, pacer, pasture, collapse, crash, plummet, swoop, alight, bate, plunge, threw, throve, throw, thrown, undo, wince
πέφτω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kácet, kanout, klesání, klesat, klesnout, ochabovat, odlévat, padat, pokles, porazit, potápět, potopit, připadnout, sklesnout, sklonit, sklopit, skolit, slábnout, snížení, snížit, snižovat, spadnout, spouštět, strčit, svěsit, ubýt, ubývat, pršet, padnout, pást, spásat, upadnout, sletět, ustávat, spustit, upadat
πέφτω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abfallen, fallen, fällen, niederschlagen, sinken, stürzen, zusammenfallen, regnen, weiden, zufallen, zugute, einstürzen, zusammenstürzen, abstürzen, auffallen, zurückgehen, daniederliegen, hinfallen, umfallen, verfallen, zugrunde
πέφτω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dale, falde, falle, sænke, hagle, regne, beta, ramle, rase, styrte, segne
πέφτω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: caer, caerse, decaer, declinar, decrecer, descender, menguar, granizar, llover, nevar, apacentar, apacentarse, pacer, pastar, derrumbarse, desplomarse, hundirse, derrumbar, desmoronarse, sucumbir, torcer
πέφτω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: baisser, couler, tomber, crachiner, pleuvoir, chuter, pacager, paître, pâturer, compéter, échoir, crouler, écrouler, abattre, dégringoler, incomber, retomber, affaler, capoter, choir, déchoir, succomber
πέφτω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbattere, affondare, calare, calo, cascare, diminuire, diminuzione, piombare, ribasso, ricadere, cadere, fioccare, nevicare, piovere, pascere, pascolare, toccare, precipitare, abbattersi, crollare
πέφτω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dale, falle, falla, hagle, regna, regne, snø, beite, beta, gjete, tilfalle, ramle, rasa, rase, styrte, segne, stupe
πέφτω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: опадать, падать, плюхать, спадать, валить, пасть, упасть, припадать, обвалить, рухнуть, сваливать, стряхивать, рушить
πέφτω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: sjunka, falla, regna, beta, bete, valla, rasa, störta, styrkte
πέφτω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bie
πέφτω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: падаць, спадаць, валіцца, скідацца, выпасці, здохнуць, легчы, паваліцца, упасці, прытульвацца, туліцца
πέφτω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kukkuma
πέφτω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aleta, joutua, kaataa, pudota, sataa, kapsahtaa, syöstä
πέφτω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: oboriti, padati, pasti, kišiti
πέφτω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csökkenés, hanyatlás, mosogató, jutni, összedől, összeomlás, leesik, leesni, lehull, lezuhanni, esik
πέφτω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afundar, cair, declinar, descender, ruir, tombar, chover, mover, nevar, pastar, sucumbir, cear, sari, catarse
πέφτω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: обпадати, опадати, висота, вогник, вщухнути, грюк, грюкіт, запалити, запалювати, засвітити, затихати, затихнути, зіткнення, зруйнувати, катастрофа, кидати, кидок, кинути, крах, легкий, нахил, обрушитися, падати, падіння, переверніться, пушинка, розбивати, розбити, розташовувати, розташувати, руйнувати, світлий, світло, схил, тихнути, тріск, утихати, утихнути, ущухати, ущухнути, паща, пащу, розтріскатися, розтріскуватися, спускатися, спуститися, спустіться, тріщина, упасти, утроба, хлопець, припадати, відмовитися, відмовлятися, відступати, відступити, відступіть, впасти, повернути, повертати, спадати, талон, освітити, падайте
πέφτω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: opadać, padać, paść, przypadać, runąć, spadać, upadać
πέφτω στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: lyti, pasipilti
πέφτω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

πέφτω και σηκώνομαι, πέφτω και σηκώνομαι/unplugged version/ λιάκος νέστορας και άκης, πέφτω συνώνυμα, πέφτω από τα σύννεφα, πέφτω κάνω το σταυρό μου, πέφτω και σηκώνομαι στίχοι, πέφτω ονειροκρίτης, πέφτω ψηλά, πέφτω στο κενό, πέφτω ψηλά στίχοι