lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πάτωμα

Λεξικό: αγγλικά πάτωμα
Μεταφράσεις: floor, flooring, dirt, earth, earthiness, glebe, ground, land, soil, terrene, world
πάτωμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: podlaha, zem, důvod, hlína, hrouda, kraj, lidé, lidstvo, národ, oblast, pozemek, příčina, půda, společnost, svět, terén, území, země, zemina
πάτωμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: boden, diele, fußboden, parkett, erdboden, erde, gebiet, gelände, grund, land, welt
πάτωμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gulv, fange, fornuft, grund, jord, jorden, land, lande, mark, verden
πάτωμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: piso, suelo, aterrizar, campo, causa, desembarcar, motivo, mundo, razón, terreno, tierra
πάτωμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: parterre, plancher, sol, dallage, parquet, champ, fonds, glèbe, grunge, monde, pays, pisé, raison, remblai, terrain, terre, terroir, tréfonds
πάτωμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: pavimentazione, pavimento, suolo, campagna, fondo, gente, mondo, motivo, paese, ragione, terra, terreno
πάτωμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: golv, gulv, årsak, grunn, jord, jorden, jordsmonn, land, lande, mark, verden
πάτωμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пол, паркет, грунт, земля, почва, территория
πάτωμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: golv, jord, jorden, länder, mark
πάτωμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dysheme, tokë
πάτωμα στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: падлога, пол, зямля
πάτωμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: põrand, maa, maailm, maapind, muld
πάτωμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lattia, ala, järki, maa, maalaji, maaperä, maatila, multa, pohja, tanner
πάτωμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pod, kopno, razlog, teren, zemlja
πάτωμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: padló, föld, ország, talaj
πάτωμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: grindys, dirva, sausuma, žemė
πάτωμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assoalho, pavimento, piso, sexualidade, soalho, sue-lo, aterrar, campo, causa, chão, desembarcar, motivo, mundo, solo, terra, terreno
πάτωμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: podea, pământ
πάτωμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: tla, svet
πάτωμα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: долівка, долівку, лан, міст, настил, підлога, піл, полом, рід, тротуар, багно, бруд, ґрунт, земля, мергель, мотив, підстава, поле, суша, територія
πάτωμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: podłoga, posadzka, ziemia
πάτωμα στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: земя, почва
πάτωμα στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

πάτωμα στίχοι, πάτωμα laminate, πάτωμα pvc, πάτωμα τάνια τσανακλίδου, πάτωμα εξωτερικού χώρου, πάτωμα εξωτερικού χώρου-deck, πάτωμα τσανακλίδου, πάτωμα laminate τιμές, πάτωμα τάνια τσανακλίδου στιχοι