lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πάτος

Λεξικό: αγγλικά πάτος
Μεταφράσεις: bed, bilge, bottom, bottoming, floor, ground, food, foot, underside
πάτος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dno, podklad, pozadí, půda, spodek, terén, území, zadnice, základ, zem, zemina, dolní, pata, patka, spodní, úpatí, základna, základy
πάτος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arsch, boden, gelände, gesäß, grund, po, sohle, unterteil
πάτος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: buen, bund, grund, jord
πάτος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: campo, culo, fondo, hondo, lecho, posaderas, suelo, terreno, tierra, trasero, enaguas, inferior
πάτος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: derrière, enfonçure, fond, sol, terrain, bas, base, cale, carène, culot, dessous, empaumure, sentine, sole
πάτος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fondale, fondello, fondo, pavimento, sfondo, suolo, terreno, base
πάτος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bakgrunn, bunn, grunn
πάτος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: грунт, днище, дно, земля, ягодицы, изнанка, нижний, низ
πάτος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: botten, grann
πάτος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fund
πάτος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: земя, почва
πάτος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адзаду, дно, идти, нiзкi, панчоха
πάτος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: maa, maapind
πάτος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ala, maa, maaperä, perustus, pohja, taka-ala
πάτος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: teren, donji, osnova
πάτος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fenék, legutolsó, talaj, alól, alj, alsórész, hajófenék
πάτος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dugnas
πάτος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: campo, chão, fundo, serra, solo, terra, terreno, inferior
πάτος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: pământ
πάτος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: днище, дно, єдиний, підошва, низ
πάτος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dno, spód
πάτος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πάτος οδοντόκρεμας, πάτος σιλικόνης, πάτος κατσαρόλας, πάτος παπουτσιών, πάτοσ συνώνυμα, πάτος slang, πάτοσ τησ οδοντόκρεμάσ σασ, πάτος συνωνυμο, πάτος ετυμολογία, κινητός πάτος