lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ουσιαστικό

Λεξικό: αγγλικά ουσιαστικό
Μεταφράσεις: noun, substantive
ουσιαστικό στα αγγλικά »
 
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hauptwort, substantiv
ουσιαστικό στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: navneord, substantiv
ουσιαστικό στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: nombre, sustantivo
ουσιαστικό στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: nom, substantif
ουσιαστικό στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: nome, sostantivo
ουσιαστικό στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: navnord, substantiv
ουσιαστικό στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: substantiv
ουσιαστικό στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nimisõna
ουσιαστικό στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: imenica
ουσιαστικό στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: főnév
ουσιαστικό στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: daiktavardis
ουσιαστικό στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: substantivo
ουσιαστικό στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: substantiv
ουσιαστικό στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rzeczownik
ουσιαστικό στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ουσιαστικό δίκαιο, ουσιαστικό γραμματική, ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, ουσιαστικό του επιτρέπω, ουσιαστικό είναι, ουσιαστικό δεδικασμένο, ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό δίκαιο, ουσιαστικό του δίνω, ουσιαστικό επίθετο, ουσιαστικό του θέτω