lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ουσία

Λεξικό: αγγλικά ουσία
Μεταφράσεις: essence, backbone, being, creature, entity, inbeing, inwardness, matter, spirit, stuff, substance, tenor, thing, core, crux, gist, heart, kernel, main, marrow, nitty-gritty, pivot, point, material, blackbody, body, content, contenting, purport, purview, sum, teaspoonful
ουσία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bytí, esence, podstata, výtažek, být, bytost, entita, hmota, kreatura, látka, stvoření, stvůra, tvor, základ, dřeň, duše, jádro, srdce, střed, předmět, věc, náplň, objem, obsah, osoba
ουσία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: essenz, kern, quintessenz, wesentliche, geschöpf, inbegriff, kreatur, lebewesen, sein, substanz, tier, vieh, werwolf, wesen, herz, leitung, materie, stoff, gehalt, inhalt
ουσία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: essens, kerne, dyr, dyrisk, stof, væsen, hjerte, hjerter, kærne, emne, materie, substans, kvintessens
ουσία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: esencia, núcleo, animal, bestia, criatura, ente, entidad, humano, jugo, medula, miga, ser, sustancia, chiste, corazón, materia, argumento, contenido, tenor
ουσία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: essence, créature, entité, être, sciences, substance, suc, conduite, fond, noyau, voûte, corps, développateur, matière, nutriment, argument, contenu, quintessence, sujet
ουσία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: essenza, creatura, entità, essere, sostanza, anima, animo, cuore, cuori, nucleo, seme, materia, argomento, contenuto, trama
ουσία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: essens, dyr, vesen, hjerte, hovedsak, kjerne, emne, materie, materiell, stoff, substans, innhold, kvintessens
ουσία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: сущность, эссенция, бытие, вещество, естество, суть, существо, сердце, материал, материя, субстанция, содержание, содержимое
ουσία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: essens, varelse, väsen, vesen, kontenta, ämne, materiell, stoff, substans, innehåll, kvintessens, nöjd
ουσία στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tuum, olend, ärtu, süda, aine
ουσία στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: branduolys, esmė, gyvulys, širdis, materija
ουσία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: essência, núcleo, animal, bestial, criatura, ente, jugo, miga, ser, substância, âmago, caroço, cerne, coração, matéria, contendido, manteiguento, tenor
ουσία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вилучення, витяг, витягування, екстракція, есенція, суттєвість, суть, ввезення, ввезти, ввозити, вдача, виражати, вміст, дистиляція, ємність, задоволений, задоволення, зміст, існування, істота, істоту, натура, означати, основа, предмет, природа, речовина, річ, серце, серцевина, сік, смакуйте, субстанція, сутність, тягар, факт, хребет, явище, ядро, імпорт, імпортувати, агент, агентський, засіб, остача, повірений, посередник, представник, речовину, фактор, аліменти, годування, ґрунтовний, дотримання, дотримування, звучати, здоровий, підтримка, ремонт, справний, утримання, утримування, харчування
ουσία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: esencja, istota, sedno, substancja, treść
ουσία στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: вещество, материя, сърце
ουσία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гэта, сутнасць, сэрца, матерыя, матэрыя, рэчыва, субстанцыя, трыманне
ουσία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aine, hertta, keskipiste, sydän, ydin, aihe
ουσία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: supstanca, srce, suština, materija
ουσία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: lény, teremtmény, magtok, anyag, szubsztancia, tartalom
ουσία στα ουγγρική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zemër
ουσία στα αλβανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: inimă
ουσία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: srce
ουσία στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: jadro, látka, obsah
ουσία στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ουσία gbl, ουσία μιάου μιάου, ουσία ετυμολογία, ουσία αβάσιμη αγωγή, ουσία των πυρήνων των κυττάρων, ουσία p, ουσία και συμβεβηκότα, ουσία dca, ουσία εστιατόριο