lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

εμπόρευμα στα ουκρανικά

Λέξη: εμπόρευμα (Αριθμός των γραμμάτων: 9)
Λεξικό: ελληνικά-ουκρανικά
Μεταφράσεις (32): відділ, відрізок, вклад, внесок, вхід, входження, запис, клаузула, параграф, переріз, перетин, підрозділити, підрозділяти, пункт, речення, розділ, сегмент, секція, стаття, частина, частинка, частка, керівник, крам, лідер, майно, напій, речі, староста, товар, товари, товарний
 
Εκτίμηση:
(2/5)
 
Σχετικές λέξεις: ουκρανικά εμπόρευμα, το εμπόρευμα, εμπόρευμα στα αγγλικά, εμπόρευμα ορισμός, εμπόρευμα μετάφραση, εμπόρευμα και χρήμα, εμπόρευμα στα ουκρανικά, відділ στα ελληνικά
εμπόρευμα στα ουκρανικά