lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

άβυσσος στα ουκρανικά

Λέξη: άβυσσος (Αριθμός των γραμμάτων: 7)
Λεξικό: ελληνικά-ουκρανικά
Μεταφράσεις (18): безодня, вир, втратити, втратьте, втрачати, глибина, губити, загубити, змарнувати, марнувати, прірва, прірву, провалля, пропасти, гама, глибочінь, інтенсивність, бездна
 
Εκτίμηση:
(1.5/5)
 
Σχετικές λέξεις: ουκρανικά άβυσσος, άβυσσοσ άβυσσον επικαλείται, άβυσσος ψάρια, άβυσσος συνώνυμο, άβυσσος ορισμός, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, άβυσσος στα ουκρανικά, безодня στα ελληνικά
άβυσσος στα ουκρανικά