lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ουδέτερος

Λεξικό: αγγλικά ουδέτερος
Μεταφράσεις: candid, detached, disinterested, dispassionate, equitable, fair-minded, impartial, neutral, objective, unbiased, unprejudiced, neuter, apathetic, chilly, cold, inactive, indifferent, inert, listless, lukewarm, resigned, stolid, stolidity, unconcerned, unimpressed, uninterested, unmoved, unresponsive, unsympathetic, zero
ουδέτερος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nestranný, neutrál, neutrální, nezainteresovaný, nezištný, nezúčastněný, spravedlivý, neutrum, apatický, bezcitný, bezvýznamný, chladný, indiferentní, inertní, lhostejný, nečinný, nepohnutý, netečný, nevšímavý, studený, vlažný, nic, nula, nulový, nultý
ουδέτερος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: neutral, objektiv, unbefahrbar, unbefangen, unorganisch, unparteiisch, sächlich, egal, gleich, gleichgültig, lustlos, teilnahmslos, träge
ουδέτερος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: retfærdig, uhildet, upartisk, ligeglad, lunken, nonchalant, ingenting, intet, nul
ουδέτερος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desinteresado, ecuánime, imparcial, imparcialidad, neutral, neutro, apático, estoico, frío, impasible, indiferente, indolente, inerte, pasivo, tibio, cero, nada
ουδέτερος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: désintéressé, imparti, impartial, juste, neutre, neutraliste, glacé, impassible, indifférent, indolent, inerte, insensible, tiède, nul, zéro
ουδέτερος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: equanime, giusto, imparziale, neutrale, neutro, apatico, impassibile, indifferente, inerte, tiepido, zero
ουδέτερος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: nøytral, opartisk, rettferdig, saklig, uhildet, upartisk, nøytrum, likeglad, likegyldig, nonchalant, ingenting, intet, null
ουδέτερος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беспристрастен, беспристрастный, нейтральный, нелицеприятен, нелицеприятный, индифферентен, индифферентный, нейтрален, безразличен, безразличный, безучастен, безучастный, инертный, равнодушен, равнодушный, ноль, нулевой, нуль
ουδέτερος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: opartisk, neutral, likgiltig, nonchalant
ουδέτερος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бесстаронні, непрадузяты, справядлівы, нейтральны, абыякавы, безуважны, безудзельны, раўнадушны
ουδέτερος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: erapooletu, neutraalne
ουδέτερος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: puolueeton, haalea, haluton, laimea, penseä, veltto, nolla
ουδέτερος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: neutralan, objektivan, mlak, nula
ουδέτερος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elfogulatlan, közömbös, objektív, önzetlen, pártatlan, tárgyilagos, semleges, inert, renyhe, részvétlen, zéró
ουδέτερος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: neutralus, nulis
ουδέτερος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: equitativo, imparcial, neutral, neutro, apático, displicente, indiferente, indolente, inerte, morno, cero, nada, zero
ουδέτερος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nestranný
ουδέτερος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: байдужий, безкорисливий, безособовий, безсторонній, безтурботний, білявий, відділений, законний, зараз, значний, індиферентний, критичний, навіть, неупереджений, парний, плоский, посередній, прекрасний, приємний, просто, процесуальний, рівний, рівномірний, русявий, саме, світлий, справедливий, судовий, тільки, чесний, чималий, щойно, ярмарок, нейтральний, байдужний, бездушний, вакантний, вільний, збайдужілий, незайманий, рівний-задушливий, тепленький, холодний, холоднокровний
ουδέτερος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bezstronny, neutralny, obojętny, zerowy
ουδέτερος στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zero
ουδέτερος στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

ουδέτερος αγωγός, ουδέτερος φάση, ουδέτερος άξονας, ουδέτερος μονισμός, ουδέτερος χρώμα, ουδέτερος συνώνυμα, ουδέτερος συνώνυμο, επιτήδειος ουδέτερος