lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

βεβαιώνω στα ουγγρική

Λέξη: βεβαιώνω (Αριθμός των γραμμάτων: 8)
Λεξικό: ελληνικά-ουγγρική
Μεταφράσεις (6): beigazolódik, állít, megállapítani, megerősíteni, állítani, kijelenteni
 
Εκτίμηση:
(3/5)
 
Σχετικές λέξεις: ουγγρική βεβαιώνω, βεβαιώνω ότι, βεβαιώνω συνώνυμα, βεβαιώνω στα αγγλικα, βεβαιώνω αντίθετα, βεβαιώνω αγγλικά, βεβαιώνω στα ουγγρική, beigazolódik στα ελληνικά
βεβαιώνω στα ουγγρική