lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ορίζω

Λεξικό: αγγλικά ορίζω
Μεταφράσεις: appoint, assay, mark, administer, allocate, allot, assign, constitute, designate, destine, manage, nominate
ορίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: naznačit, označit, stanovit, určit, ustanovit, designovat, jmenovat, nominovat, pojmenovat, přidělit, přikázat, udat, určovat, vyznačit
ορίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: markieren, anberaumen, angeben, aussetzen, bestimmen
ορίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: marcar, significar, asignar, delimitar, designar, destinar, determinar, nombrar, señalar
ορίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assigner, désigner, indiquer, préétablir, fixer, marquer, nommer
ορίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: merke, nedsette
ορίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: назначать, обозначить, пометить, разметить, определять
ορίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beteckna, markera, utmärka, anvisa
ορίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oznaczyć, wyznaczać
ορίζω στα πολωνική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assegnare, destinare, fissare
ορίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: устанаўліваць
ορίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: nimetä
ορίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kijelöl
ορίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assinalar, designar, destinar, determinar, marcar, nomear
ορίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: визначати, визначити, визначте, вирішити, вирішувати, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, встановити, здати, кваліфікувати, кваліфікуйте, керувати, керуйте, класти, міра, навчати, навчитися, норма, означувати, оселити, оселитися, оселіться, оселяти, оселятися, оцінити, оцінювати, погоджувати, погодити, покладати, покласти, поміщений, поставити, потужність, правити, призначати, призначити, призначте, притулити, притуляти, пропорція, проставити, регулювати, регулюватися, розглядати, розглянути, розцінка, складати, скласти, ставити, ставка, ступінь, тариф, улагоджувати, улагодити, управляти, ціна, швидкість
ορίζω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ορίζω στα αγγλικά, ορίζω συνώνυμα, ορίζω συνώνυμο, ορίζω λεξικο, ορίζω μετάφραση, ορίζω παράγωγα, ορίζω ετυμολογία, ορίζω ημερομηνία