lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: οπαδός

Λεξικό: αγγλικά οπαδός
Μεταφράσεις: adherent, backer, follower, henchman, partisan, supporter, sympathizer, adherer, advocate, believer, following, proponent, trust
οπαδός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: partyzán, přívrženec, stoupenec, následovník, učedník, žák
οπαδός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anhänger, jünger, anwalt
οπαδός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: discipel, medlem, tilhænger
οπαδός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: discípulo, partidario, adepto, adicto, allegado, sectario, secuaz
οπαδός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: partisan, adepte, amateur, disciple, étatiste, libre-échangiste, niveleur, partageux, particulariste, réformiste, sectateur, théocrate
οπαδός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fautore, partigiano, seguace, sostenitore, discepolo
οπαδός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: tilhenger
οπαδός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: сторонник, поборник, последователь, приверженец, ревнитель
οπαδός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anhängare
οπαδός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: partizan
οπαδός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прыхільнік, паслядоўнік
οπαδός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jünger, pooldaja
οπαδός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jäsen, kätyri, kannattaja
οπαδός στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apaštalas, mokinys
οπαδός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: absolutista, adepto, constitucional, discípulo, partidário
οπαδός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: віруючий, захисник, когорта, партизан, послідовник, прибічник, прихильник, учень, фанатичний, аматор, ентузіаст, колючка, коханець, коханий, коханка, любитель, сателіт, супутник
οπαδός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: stronnik, zwolennik
οπαδός στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pristaša
οπαδός στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: adept
οπαδός στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

οπαδός του ολυμπιακού εκφράζει την αγανάκτησή του έπειτα από το 0-3 του παναθηναϊκού, οπαδός συνώνυμα, οπαδός ετυμολογία, οπαδός οφη, οπαδός ολυμπιακού, οπαδός γδύνει τη φίλη του σε αγώνα ράγκμπι, οπαδός του οφη, οπαδός... χουφτώνει σε live μετάδοση..δείτε το βίντεο, οπαδός lyrics, οπαδός... χουφτώνει σε live μετάδοση