lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ονομάζω

Λεξικό: αγγλικά ονομάζω
Μεταφράσεις: appoint, commission, constitute, name, nominate, ordain, call, term, alternate, barter, change, deputize, enumerate, exchange, interchange, mention, reciprocate, reline, replace, specify, swap
ονομάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jmenovat, nazvat, nazývat, nominovat, označit, pojmenovat, stanovit, tvořit, určit, ustanovit, ustavit, utvořit, uvést, vyjmenovat, založit, povolat, přivolat, říkat, uvádět, volat, vyžadovat, vyzvat, zavolat, kurs, měnit, nahradit, nahrazovat, přeměnit, přesednout, prohodit, proměnit, směna, střídat, výměna, vyměnit, vyměňovat, vypočítávat, vystřídat, vzpomenout, zaměnit, změna, změnit
ονομάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: benennen, ernannt, ernennen, nennen, anrufen, heißen, rufen, telefonieren, zitieren, abändern, ändern, austauschen, auswechseln, einwechseln, tauschen, umtauschen, umwechseln, verändern, vertauschen, wechseln
ονομάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: nominere, kalde, kallas, opkald, råbe, ringe, telefonere, ændre, bylt, bytte, erstatte, forandre, omkastning, omtale, udveksling, veksle
ονομάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apellidar, constituir, denominar, designar, llamar, mencionar, nombrar, nombre, llamarse, nominar, alterar, cambiar, cambio, canjear, especificar, intercambiar, intercambio, mudar, permutar, sustitución, sustituir, trocar
ονομάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attitrer, constituer, dénommer, désigner, élire, fixer, nommer, promouvoir, titulariser, appeler, baptiser, citer, définir, étiqueter, qualifier, sommer, change, changer, dire, échange, échanger, énumérer, mentionner, permuter, remplacer, substituer, troquer
ονομάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: nominare, chiamare, chiamarsi, denominare, alternare, baratto, cambiare, cambio, citare, menzionare, mutare, numerare, permuta, rimpiazzare, scambiare, scambio, sostituire, surrogare, variare
ονομάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: nevne, nominere, utnevne, heta, hete, kallas, kalle, bylt, bytte, erstatte, forandre, omkastning, utbytte, utveksle, utveksling, veksle
ονομάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: назначать, называть, величать, звать, именовать, нарекать, обзывать, прозывать, выменивать, изменять, менять, обменивать, разменивать
ονομάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: nominera, utnämna, heta, hete, kallas, kalle, ändra, ändring, byt, omkastning, omväxling, växla
ονομάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: назовавам, обмен
ονομάζω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вызначаць, назначаць, прызначаць, клiкаць, клікаць, называць, паведамляць, абменьваць, заменьваць, мяняць
ονομάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kutsua, mainita, nimetä, perustaa, sanoa, muuttaa, vaihtaa, vaihto
ονομάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nazvati, promijeniti, razmjena
ονομάζω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: chamar, constituir, denominar, mencionar, nobre, nomear, motejar, alterar, apelidar, cambiar, cambio, câmbio, citar, clamar, especificar, intercambio, modificar, mudar, permutar, substituição, troca, trocar
ονομάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: асигнувати, вирішити, вирішувати, виставити, виставляти, відправити, відправляти, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, давати, додавати, додати, доручати, доручити, заснувати, іменувати, керувати, локалізувати, надавати, надати, назвати, називати, оселити, оселитися, оселіться, оселяти, оселятися, передавати, передати, погоджувати, погодити, поіменувати, постачати, призначати, призначити, призначте, прикладіться, прикріпити, прикріплювати, прикріпляти, приписати, приписувати, присвоїти, присвоювати, регулювати, регулюватися, розмістити, розміщати, розподілити, розподіліть, розподіляти, розташувати, складати, складіть, скласти, улагоджувати, улагодити, управляйте, управляти, утворити, утворювати, висловіться, декларувати, заявити, заявляти, іменуйте, кваліфікувати, навчатися, навчити, навчитися, назвіть, оголосити, оголошувати, проголосити, проголошувати, вантажівка, клеймо, котлета, обмінювати, поратися, риза, рубати, сікти, січеник, справитися, справлятися, товарообмін, упоратися, управитися, шаткувати
ονομάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mianować, nazywać, wymieniać
ονομάζω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: quaj, ndërroj, përmend
ονομάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hívják, nevezik, cserél, kicserélni, pénzváltás
ονομάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: chema, cita, schimb, schimba
ονομάζω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: poklicati, drobiž, zamenjati
ονομάζω στα σλοβενική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: muutma, nimetama, vahetama
ονομάζω στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

νομίζω αρχαία, νομίζω συνώνυμο, ονομάζω συνώνυμα, ονομάζω κατονομάζω