lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ομολογία

Λεξικό: αγγλικά ομολογία
Μεταφράσεις: acknowledgement, acknowledgment, admission, allocation, appropriation, awarding, conferment, confession, recognition, toll, avowal, creed, declaration, denomination, faith, occupation, persuasion, profession, religion
ομολογία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: doznání, přidělení, přiřčení, přiznání, propůjčení, udělení, náboženství, povolání, profese, víra, vyznání, zaměstnání, zpověď
ομολογία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: besetzung, eingeständnis, geständnis, beichte, bekenntnis, gestehen, glaube, konfession, religion
ομολογία στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asignación, concesión, confesión, creencia, fe, profesión, religión
ομολογία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attribution, aveu, confession, profession, religion
ομολογία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ammissione, assegnazione, confessione, rivendicazione, professione, religione
ομολογία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bekjennelse, erkjennelse, konfesjon, religion, tro, yrke
ομολογία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: признание, вероисповедание, исповедь
ομολογία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bekännelse, eftergift, konfession
ομολογία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: признание, занятие, професия, религия
ομολογία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прызнанне
ομολογία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ülestunnistus, elukutse, piht, usund
ομολογία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tunnustaminen, tunnustus, ammatti, rippi, uskonto
ομολογία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beismerés, bevallás, felekezet, hit, vallás
ομολογία στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: confissão, prestigio, confisco, fé, profecia, profissão, religião
ομολογία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: mărturisire
ομολογία στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: визнання, вступ, вхід, допущення, доступ, заклад, запорука, застава, зізнання, освідчення, підтвердження, признання, прийняття, припущення, розписка, розпізнавання, сповідь
ομολογία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przyznanie, wyznanie
ομολογία στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: religion, skrifte, stilling, yrke
ομολογία στα δανική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fe
ομολογία στα αλβανικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: išpažintis, religija, tikėjimas
ομολογία στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: poklic
ομολογία στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

ομολογία πίστεως, ομολογία του άουγκσμπουργκ, ομολογία της αυγούστας, ομολογία προθεσμιακής καταθέσεως, ομολογία πακιστανού, ομολογία πίστεωσ κατά του οικουμενισμού, ομολογία που σοκάρει από το δράκο της πάρου, ομολογία σοκ «τη χτύπησε στα βράχια επειδή αντιστεκόταν», ομολογία του αποχωρούντα αρχισυντάκτη των new york times, ομολογία προθεσμιακής κατάθεσης